Αποσπάσματα του πρώτου βιβλίου

Εισαγωγή

Διαβάζοντας κάποτε τόν βίο καί τήν άσκητική πολιτεία τού `Οσίου Γέροντος ‘Ιωσήφ τού Γεροντογιάννη πού άσκήθηχε καί άνθισε πνευματικά στη Μονή τού Τιμίου Προδρόμου Καψά Σητείας διέκρινα μεταξύ τών ύποτακτικών του καί τόν Μοναχό Άνανία, πού όπως άνεφέρετο πλησίαζε στήν αρετή και στήν αγιότητα τόν Όσιο Γέροντά του ‘Ιωσήφ.

Πέρασε έκτοτε πολύς καιρός καί τό έτος 2005 είχα τή χαρά καί τήν εύλογία νά διαβάσω περισσότερα στοιχεία γιά τή ζωή αυτού τού `Οσίου Γέροντος στό «’Εγκόλπιον `Ημερολόγιον» τής `Ιεράς Μητροπόλεως `Ιεραπύτνης και Σητείας, τό οποίο ήταν αφιερωμένο στήν `Ιερά Μονή Παναγίας ‘Εξακουστής.

Κατά τή διάρκεια τής Άγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστής τού έτους 2007, λίγο πρίν από τήν εορτή τής Άναστάσεως τού Κυρίου, συνάντησα τόν άγαπητό φίλο Θεοφάνη Άλμπάνη στό `Ηράκλειο, ό οποίος μού μίλησε μέ θαυμασμό γιά ένα Γέροντα πού ζεί στόν κόσμο και μακράν τού κόσμου καί έπρεπε οπωσδήποτε νά τόν γνωρίσω καί νά πάρω τήν εύχή του. Μάλιστα μού πρότεινε νά πάμε μαζί στό «άσκητήριό» του, γιατί τόν έπισκεπτόταν συχνά εδώ καί πολύ καιρό.

Πραγματικά, μετά τήν εορτή τής Άναστάσεως επισκεφθήκαμε μαζί τό Γέροντα. `Η επικοινωνία μου μαζί του μέ γέμισε άπό τήν πρώτη στιγμή μέ πνευματική χαρά καί εύφροσύνη. Φαινόταν απλός, ταπεινός, ασκητικός, καλογερικός, παραδοσιακός. Οί διαπεραστικοί οφθαλμοί του εξέπεμπαν μία ίλαρή λάμψη καί ό λόγος του μέσα στήν άπλότητά του ήταν βαθύτατα πνευματικός, τά λόγια του άπλά, άνεπιτήδευτα, πατερικά «μετέδιδαν» στόν άκροατή «ρήματα ζωής αιωνίου».

‘Ηταν ό πολιός Άρχιμανδρίτης π. ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης, ό νέος κτήτωρ καί άνακαινιστής τής `Ιεράς Μονής Παναγίας ‘Εξακουστής `Ιεράπετρας, ή όποία σήμερα λειτουργεϊ ώς κοινόβιο γυναικείο μοναστήρι. `0 Γέροντας ‘Ιωαννίκιος μάς μίλησε έπί πολλή ώρα γιά τόν Γέροντα Χατζη-Άνανία τόν συγχωριανό του άπό τίς Μάλλες `Ιεράπετρας τόν οποίο ιδιαίτερα ευλαβείται. Μάλιστα έκανε ό ίδιος τήν άνακομιδή τών τιμίων λειψάνων του, όταν ήταν Καθηγούμενος στήν ‘Εξακουστή καί άφιέρωσε μεγάλο μέρος τής ζωής του συγκεντρώνοντας στοιχειά γιά τήν άσκητική βιοτή του.

Είναι χαρακτηριστικό τό γεγονός ότι πολλές φορές έπεσήμανε καί τόνισε ότι στή συνείδησή του καί στή συνείδηση τών χριστιανών τής εύρύτερης περιοχής ό Γέροντας Χατζη-Άνανίας κατέχει θέση °Οσίου καί Άγίου άνδρός άπό τήν έποχή πού ζούσε άλλά καί μετά τήν κοίμησή του έως καί σήμερα.

‘Εν κατακλεϊδι ό Γέροντας ‘Ιωαννίκιος, ύποθέτω με τή προτροπή τού άγαπητοϋ Θεοφάνη, μού ζήτησε νά θέσει ύπόψη μου καί στή διάθεσή μου όλα τά στοιχεία πού είχε συγκεντρώσει γιά τόν Γέροντα Άνανία μέ σκοπό να έπιχειρήσω τή συγγραφή βιβλίου σχετικού μέ τόν όσιακό βίο καί τήν άσκητική πολιτεία του. ‘Άν και θεωρώ άτι δέν είμαι ό πλέον κατάλληλος γι’ αύτό, όμως έκανα ύπακοή στό σεβαστό Γέροντα ‘Ιωαννίκιο, πήρα καί εύλογία άπό τόν οίκεϊο ‘Επίσκοπο Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ιεραπύτνης καί Σητείας κ.κ. Εύγένιο καί έτσι σήμερα έχετε στα χέρια σας αύτό τό βιβλίο τό όποιο έχει τον τίτλο: `0 «Οσιος Χατζη-Άνανίας, ό κτήτορας τής `Ιεράς Μονής ‘Εξακουστής `Ιεράπετρας».

‘Ελπίζω νά μήν διαψεύσω τίς προσδοκίες τού Γέροντος ‘Ιωαννικίου, να έχω άξιοποιήσει κατά τόν καλύτερο τρόπο τά στοιχεία πού μού έδωσε και τα όσα άλλα μπόρεσα νά βρώ ό ίδιος καί νά έχω παρουσιάσει όπως πρέπει καί στό μέτρο πού πρέπει τήν όσιακή μορφή τού Γέροντος Χατζη-Άνανίου τού όποίου επιζητούμε τις πρεσβείες του πρός τόν Κύριο καί γιά τή δική μας σωτηρία, γιατί «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ένεργουμένη»’.

Ηράκλειο, 22 Απριλίου 2008,
ήμέρα κοιμήσεως τού `Οσίου Χατζη-Άνανία
Αντώνιος ‘Εμμ. Στιβακτάκης

Αποσπάσματα για τη ζωή του Γέροντος Ανανίου

`0 Γέροντας Χατζη-Ανανίας όνομαζόταν κατά χόσμον Αντώνιος Μπαρμπεράκης καί γεννήθηκε τό έτος 1837 στό κεφαλοχώρι Μάλλες `Ιεράπετρας, ένα παραδοσιακό χωριό μέ πανάρχαια ιστορία, μέ μεγάλη πνευματική παράδοση, μέ πολλές εκκλησίες, μέ ευσεβείς καί φιλόθεους κατοίκους καί μέ σημαντική συμμετοχή στούς αγώνες τού «Εθνους γιά τήν πίστη καί τήν ελευθερία.

Οί γονείς του όνομάζονταν ‘Ιωάννης καί Αθηνά καί είχαν έντονα χριστιανικά βιώματα. ‘Ηταν απλοί, αγνοί, ευσεβείς, θεοσεβείς, φιλόθεοι καί είχαν φόβο θεού. Γι’ αυτό καί άνέθρεψαν τά τρία παιδιά τους, δυό αγόρια κι ένα κορίτσι, φτωχικά άλλά «έν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου» Τά οδήγησαν στήν οδό τής ευσέβειας, τής εύλάβειας, στήν όδό πού όδηγεί ασφαλώς στον Θεό. Καί είναι πραγματικά «μακάριοι πάντες οί φοβούμενοι τόν Κύριο, οί πορευόμενοι έν ταίς όδοίς αύτού».

Είναι χαρακτηριστικό τό γεγονός ότι οί γονείς τού Αντωνίου προσεύχονταν στόν Θεό συνεχώς γιά τά παιδιά τους καί Τόν παρακαλούσαν «έκ βάθους καρδίας» νά τά προστατεύει, νά τά φωτίζει, νά τά οδηγεί στό άγαθόν καί νά τούς αξιώσει μιά μέρα νά αισθανθούν τήν ανείπωτη χαρά νά τά καμαρώσουν αληθινά παιδιά τού θεού.

Οι Μάλλες όπου γενήθηκε ο Χατζη-Ανανίας

Ειδικά ό Αντώνιος ξεχώριζε ήδη από τή βρεφική του ήλικία. ΄Οταν ήταν βρέφος, δέν έθήλαζε τό ζωογόνο μητρικό γάλα κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή καί αρνιόταν επιμόνως νά «πιάσει» τό μαστό τής μητέρας του εκείνες τίς ήμέρες, ενώ τις άλλες ήμέρες τής εβδομάδος θήλαζε κανονικά. Τό γεγονός αύτο δέν άνησυχούσε τούς γονεις του, γιατί ήταν επαναλαμβανόμενο, χωρίς νά χει κάποια επίπτωση στή σωματική ύγεία καί στήν ανάπτυξη τού βρέφους. Αύτό μάς όδηγεϊ στό συμπέρασμα ότι ό ‘Αντώνιος ήταν «έκ κοιλίας μητρός ήγιασμένος».

«Οσο ό ‘Αντώνιος μεγάλωνε στό σώμα μεγάλωνε παράλληλα καί ή τάση του καί ή φορά του πρός τόν Θεό αλλά καί ή αγάπη του στήν ερημική ζωή καί στον μονήρη βίο. Ποθούσε νά γνωρίσει τον Θεό, νά Τόν ζήσει βαθειά, νά γίνει κοινωνός καί μέτοχος τού άφθαστου μεγαλείου Του.

Μιά φωνή μέσα του, πού όλο καί δυνάμωνε, τον καλούσε νά άκολουθήσει ένα διαφορετικό, ένα ξεχωριστό δρόμο. Τόν καλούσε νά αγωνιστεί., νά ανεβεί ψηλά. Τού ψιμιθύριζε στό αύτί πώς ειναι προορισμένος γιά ζωή ανώτερη, άγγελική, πάνω και πέρα από τά ανθρώπινα μέτρα.
Πολύ συχνά άπομακρυνόταν από τό χωριό σέ έρημικές καί απόμερες
τοποθεσίες, σέ μακρινά ξωκλήσια, σέ σπήλαια όπου προσευχόταν «έκ βαθέων» στον Θεό. Μάλιστα στήν τοποθεσία « Ρίχτρες» τής ευρύτερης αγροτικής περιφέρειας τών Μαλλών, κοντά στό ιστορικό εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, σώζονταν μέχρι πρίν από λίγα χρόνια τά ερείπια ενός μικρού άπλοϊκού «ξεροκάλυβου», τό όποίο σήμερα έχει μετατραπεί σέ δεξαμενή. Τό είχε κτίσει ό ‘Ιωάννης Μπαρμπεράκης, ό πατέρας τοϋ Αντωνίου, γιά νά καταφεύγει έκει ό υίός του καί νά προσεύχεται ησύχως καί άσφαλώς.

Ό μικρός Αντώνιος Μπαρμπεράκης δέν πήγε στό σχολείο. Οί καιροί ήταν δύσκολοι, πολλά σχολεία δέν ύπήρχαν καί, τά παιδιά έμπαιναν άπό μικρά στή βιοπάλη καί βοηθούσαν όσο μποροϋσαν τήν οίκογένειά τους, γιά νά μπορέσει νά έπιβιώσει καί νά άνταπεξέλθει στίς ‘απαιτήσεις καί, στίς δυσκολίες τής ζωής.

‘Οταν ό ‘Αντώνιος έγινε δεκατεσσάρων περίπου έτών, άναχώρησε άπό τό χωριό του μέ τήν εύχή τών γονέων του καί πήγε στή Μονή τού Τιμίου Προδρόμου στον Καψά Σητείας, όπου ύποτάχθηκε στόν περίφημο έπ’ άρετή, άσκήσει, πίστει και συνέσει άνδρα, τόν Γέροντα ‘Ιωσήφ τόν έπιλεγόμενο Γεροντογιάννη, ό όποίος ασκούνταν πνευματικά έκεί.

Μάλιστα ήταν ό πρώτος άπό τή σειρά τών ύποτακτικών τού Γέροντος ‘Ιωσήφ. `Υποτάχθηκε σ’ έναν έμπειρο πνευματικό οδηγό στον όποιο παραδόθηκε έντελώς, όλοκληρωτικά καί απόλυτα, γιά νά τόν οδηγήσει στις αύλές του Θεού. Μοναχός έκάρη «έν καιρώ τώ δέοντι» καί όνομάσθηκε Άνανίας.

Η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά

Πραγματικά!! ή ύποταγή καί ύπακοή στό Γέροντά του ήταν απόλυτη και ήρωϊκή. Κι αύτό γιατί γνώριζε ότι έπρεπε νά ομοιάσει μέ έκείνους τούς ασκητές «τούς δεδομένους καί έλευθέρους τούς κεκρατημένους καί άκρατήτους ών ούδέν έν κόσμω καί πάντα τά ύπέρ κόσμον… ών αί πέτραι καί ών οί Ούρανοί».

Γρήγορα ξεχώρισε γιά τήν ασκητικότητά του, τόν πνευματικό ήρωισμό του, τήν αύταπάρνηση, τή συνεχή καί αδιάλειπτη προσευχή, τίς έξαντλητικές νηστείες καί άγρυπνίες του. «Ετσι αποτελούσε κρυφό καμάρι γιά τό Γέροντά του καί γιά τούς άλλους συνασκητές του πρότυπο καί παράδειγμα πρός μίμηση.

Ο Όσιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης, ο πνευματικός

του Οσίου Χατζη-Ανανία

Είναι πολύ χαρακτηριστικό τό γεγονός ότι αγρυπνούσε συνεχώς προσευχόμενος. Κοιμόταν μόνο γιά λίγο πάνω στό χώμα μέ μοναδικό σκέπασμα το ακατέργαστο δέρμα ένός προβάτου καί έχοντας γιά προσκεφάλι μιά κακόβολη πέτρα!!

Τά ρούχα πού φορούσε ήταν τρίχινα καί χοντρά, γιά νά ταλαιπωρεί. τό σώμα του. Παπούτσια δέ φορούσε, ήταν ξυπόλυτος καί αξίζει νά άναφερθεί ότι «πατούσε τόν άσπάλαθο μέ τό γυμνό πόδι του, γιά νά τον σπάσει καί δέν πληγωνότανε»’.

‘Η τροφή του ήταν λιτή καί άσκητική. Κρέας, ψάρι, αυγά καί τυροκομικά προϊόντα δέν έφαγε σ’ όλη του τή ζωή. Λάδι έτρωγε μόνο τά Σάββατα, τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες εορτές. Κατά τίς μεγάλες εορτές τών Χριστουγέννων καί της Αναστάσεως τού Κυρίου «πάσχαζε μέ καμιά σουπιά ή κανένα καλαμάρι».

Μεταξύ τών αρετών πού είχε ή φιλόθεος ψυχή του ήταν ή άπλότητα, ή παιδική άγαθότητα, ή καταδεκτικότητα, ή άνεξικακία, ό σεβασμός σέ άνώτερους καί κατώτερους, ή ταπείνωση, ή άπόλυτη άσκητικότητα.

«Ετσι προόδευσε γρήγορα στήν πνευματική ζωή καί έκανε τό Γέροντά του ‘Ιωσήφ νά χαίρεται «κρυφίως», γιατί δέν ήθελε νά τόν κάμει νά ϋπερηφανευθεί, γεγονός πού θά τόν έβλαπτε πνευματικά καί, ίσως τόν οδηγούσε καί σέ δύσβατα πνευματικά μονοπάτια!!

Μάλιστα τόν έδοκίμαζε συνεχώς καί αίσθανόταν άνεκλάλητη κρυφή χαρά βλέποντας τήν καρτερικότητα, τόν πνευματικό ηρωισμό, τήν αύταπάρνηση καί κυρίως τήν άπόλυτη υπακοή τού νεαρού υποτακτικού του, ό όποίος, γνωρίζοντας προφανώς ότι «υπακοή σημαίνει ζωή καί άνυπακοή θάνατος», διέθετε όλες τις δυνάμεις του στήν ολοκληρωτική κατάκτησή της.

Στούς Άγίους Τόπους έμεινε ό Γέροντας Άνανίας αρκετό καιρό ασκούμενος πνευματικά, υπηρετών μέ αυταπάρνηση τά πανάγια καί πάνσεπτα προσκυνήματα τής ‘Ορθοδοξίας καί ζώντας συνεχώς «έν προσευχή, ασκήσει, πνευματική άθλήσει καί μετανοία».

Ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα

‘Εδώ τόν έπισκέφθηχε ό Κύριος «ώς δρόσος Άερμών ή καταβαίνουσα επί τά όρη Σιών». ‘Εδώ ωρίμασε περισσότερο πνευματικά, καλλιέργησε εντονότερα τίς αρετές πού κοσμούσαν τήν αγνή ψυχή του, ό ορίζοντας τής ψυχής καί τής διανοίας του καθάρισε, ή σοφία τού Θεού, ή «εύπρεπεστέρα ήλίου» έσκήνωσε μέσα του καί πλησίασε ακόμη πιό κοντά στόν Θεό. «Ελαβε μάλιστα καί τό προσωνύμιο τού Χατζή, τό οποίο έκτοτε ακολουθεί τό όνομά του.

Τό έτος 1877 άνεχώρησε άπό τά `Ιεροσόλυμα καί επέστρεψε στήν Κρήτη «θεία βουλήσει». Δέν πήγε όμως στή Μονή τής μετανοίας του, γιατί δέν ήθελε νά προκαλέσει τούς συκοφάντες καί κατηγόρους του καί νά δημιουργήσει πρόβλημα, στή Μονή Καψά πού μέ τήν `Ηγουμενία τού Γέροντος ‘Ιωσήφ Γεροντάκη, κατά σάρκα τού Γεροντογιάννη, καί μέ τήν ευχή τού μακαριστού `Οσίου ιδρυτού της Γέροντος ‘Ιωσήφ, είχε βρει ξανά τό δρόμο της καί πορευόταν «έν ειρήνη».

Πήγε λοιπόν στον τόπο τής κοσμικής καταγωγής του στις Μάλλες `Ιεράπετρας, γιά νά γράψει μιά καινούργια ήρωϊκή σελίδα στό βιβλίο τής ασκητικής ζωής του.

Τό πρώτο πού έκανε ήταν νά πάει στό σπηλαιώδη ναό πού είχε βρει τήν εικόνα τής Παναγίας καί νά προσκυνήσει. ‘Εκεί αντίκρισε τά ερείπια τής παλαιάς Μονής τής Παναγίας τής ‘Εξακουστής, ή όποία είχε καταστραφεί άπό τους Τούρκους, καί αμέσως ή προσδοκία καί ή ελπίδα τής ανοικοδομήσεώς της άρχισαν νά φτερουγίζουν στήν καρδιά του. «Ισως καί όταν αναχώρησε άπό τά `Ιεροσόλυμα γιά τήν Κρήτη, νά είχε στό νου του καί στά σχέδιά του νά έγκαταβιώσει στήν ‘Εξακουστή καί νά τήν ανοικοδομήσει.

Ας μήν ξεχνάμε τήν πνευματική σχέση ζωής πού είχε ό Γέροντας Άνανίας μέ τήν περιοχή καί τό θαυμαστό περιστατικό τής άνευρέσεως τής είκόνας τής Θεομήτορος άπό τόν ίδιο, όταν ήταν μικρό παιδί, μέσα στό παρακείμενο σπήλαιο.

Πλησίον έκείνου τού σπηλαίου καί πάνω στα έρείπια τής παλαιάς Μονής άρχισε νά ανοικοδομεί ό Γέροντας Χατζη-Άνανίας τή νέα Μονή στό όνομα τής Παναγίας τής ‘Εξακουστής. Συμπαραστάτες καί άρωγούς σ’ αυτήν τή μεγάλη προσπάθεια είχε τούς ευσεβείς κατοίκους τών Μαλλών καί τών άλλων χωριών τής ευρύτερης περιοχής καί πολλών άλλων φιλοθέων καί ευσεβών χριστιανών.

Ο Όσιος Χατζη-Ανανίας

Ο συγγραφέας για τον Γέροντα Ιωαννίκιο

«Ετσι φθάσαμε στό έτος 1961 όπότε «Θείω Θελήματι» ό νέος Καταστατικός Χάρτης 4149/1961 τής έν Κρήτη ‘Ορθοδόξου ‘Εκκλησίας συμπεριέλαβε μεταξύ τών διατηρητέων Μονών καί την Παναγία την ‘Εξακουστή, ή όποία βρήκε στό πρόσωπο τού έκ Μαλλών καταγομένου δυναμικού `Ιερομονάχου π. ‘Ιωαννικίου Άνδρουλάκη τό νέο κτήτορα, άνακαινιστή καί εύεργέτη της.

‘0 ‘Ιερομόναχος ‘Ιωαννίκιος έγκαταστάθηκε στή Μονή τού Οσίου Γέροντος Χατζη-Ανανίου στίς 13 Αύγούστου 1963 καί αφού έξασφάλισε άπό τήν Κοινότητα Μαλλών τήν δωρεάν παραχώρηση στή Μονή όλων τών καταλυμάτων, τών κελλιών, τού περιβόλου καί όσων άλλων περιουσιακών στοιχείων τής Μονής είχαν περιέλθει στήν κυριότητά της, αφοσιώθηκε μέ όλες του τίς δυνάμεις στό ύπέροχο άλλά καί πολύ δύσκολο έργο τής άναστηλώσεως καί ανοικοδομήσεως τής έρειπωμένης Μονής.

‘Η ακατάβλητη ψυχική δύναμη τού `Ιερομονάχου ‘Ιωαννικίου, ή όργανωτική του δεινότητα, ό σεβασμός καί ή εμπιστοσύνη πού ένέπνεε στούς κατοίκους τής εύρύτερης περιοχής καί πάνω άπό όλα ή πίστη του στόν Θεό καί στό έργο πού είχε αναλάβει κατάφεραν μέσα σέ λίγο χρόνο νά μετατρέψουν ξανά τή Μονή ‘Εξακουστής σ’ έναν έπίγειο Παράδεισο!!

Τό Καθολικό καί τό παρεκκλήσιο άνακαινίσθηκαν. Τά κελλιά άνοικοδομήθηκαν καί συμπληρώθηκαν μέ νέα χτίσματα. ‘0 περίβολος διαμορφώθηκε κατάλληλα, οί κήποι τής Μονής ξανάνθισαν καί τά μελωδικά πτηνά απέκτησαν καί πάλι ακροατές τούς προσκυνητές πού άρχισαν νά ξαναέρχονται κατά δεκάδες στή Μονή.

‘0 `Ιερομόναχος ‘Ιωαννίκιος ό όποίος έγινε Καθηγούμενος τής Μονής εύλαβούνταν καί ευλαβείται ίδιαίτερα τό Γέροντα Χατζη-Ανανία, γιά τον όποίο τόσα είχε ακούσει άπό τήν παιδική του ηλικία καί άπό ανθρώπους πού τόν γνώρισαν καί έγιναν αυτόπτες μάρτυρες τής παρρησίας πού είχε ένώπιον τού Θεού. Στήν ψυχή καί στην συνείδηση του Ιερομονάχου ‘Ιωαννικίου ό Γέροντας Χατζη-Ανανίας είναι ένας ‘Άγιος άνθρωπος, όπως έξάλλου πιστεύουν καί έκατοντάδες άλλοι πιστοί.

«Ετσι τό έτος 1968 ό ‘Ιερομόναχος ‘Ιωαννίκιος έκαμε τήν άνακομιδή τών ιερών Λειψάνων τού ‘Οσίου Γέροντος Χατζη-Ανανίου. Γνώριζε άπό τίς αφηγήσεις τού Καθηγουμένου ‘Ιεροθέου Μπαρμπεράκη ότι ό Γέροντας είχε ταφεί κάτω άπό τή σκιά τού κυπαρισσιού πού ό ίδιος είχε φυτέψει. Περί αυτού δέν ύπάρχει καμία αμφιβολία, αφού οι προσκυνηταί πού ήρθαν άπό τήν ‘Ιεράπετρα τήν ήμέρα τής Μεσοπεντηκοστής ρώτησαν τόν ‘Ηγούμενο: καί πού είναι θαμμένος, Καθηγούμενε, αυτός ό Άγιος άνθρωπος;

Καί ό ‘Ηγούμενος τούς είπε: Μάς άφησε παραγγελία, «όταν πεθάνω, νά μέ θάψετε κάτω άπό τή σκιά τού κυπαρισσιού». ‘Εμείς σεβαστήκαμε τήν έπιθυμία του καί τόν θάψαμε έκει πού παρήγγειλε».

‘Η μαρτυρία αύτή είναι ασφαλής καί επιβεβαιώνεται καί άπό άλλες αξιόπιστες μαρτυρίες καί πηγές. Βέβαια ό τάφος τοϋ Γέροντος είχε έγκαταλειφθεί, ήταν σκεπασμένος μέ χόρτα καί ήταν δύσκολο νά έντοπισθεί τό ακριβές σημείο στό οποίο βρισκόταν. όμως !!! κάτι οδήγησε τόν Καθηγούμενο π. ‘Ιωαννίκιο σέ κάποιο άπολύτως συγκεκριμένο σημείο κάτω άπό τό βαθύσκιωτο κυπαρίσσι καί «ώ τού θαύματος !!!», ο τάφος τού Γέροντος βρισκόταν σ’ εκείνο άκριβώς τό σημείο.

0 `Ιερομόναχος ‘Ιωαννίκιος άνέσκαψε τόν τάφο καί μέ μεγάλη συγκίνηση βρέθηκε ενώπιον τών ιερών Λειψάνων τού `Οσίου Γέροντος Χατζη-Άνανίπυ τά οποία εύωδίαζαν. Τά μάζεψε καί τά τοποθέτησε εντός λειψανοθήκης στό Καθολικό τής Μονής όπου εξακολουθούν νά εύωδιάζουν καί τυγχάνουν ιδιαίτερης τιμής, σεβασμού καί εύλάβειας άπό τούς ευσεβείς προσκυνητές πού φθάνουν στή Μονή άπ όλη τήν Κρήτη καί άπό τούς χριστιανούς τής εύρύτερης περιοχής.

Η τίμια κάρα του Οσίου Χατζη-Ανανία

Μερικές ήμέρες μετά άπό τήν εκταφή καί τήν άνακομιδή τών Λειψάνων τού Γέροντος πήγε στό Μοναστήρι τής ‘Εξακουστής ο τότε, μακαριστός σήμερα, Μητροπολίτης `Ιεραπύτνης καί Σητείας Φιλόθεος Β’ Βουζουνεράκης. ‘Ηταν τακτικός επισκέπτης τής Μονής, ιδιαίτερα τούς καλοκαιρινούς μήνες καί έμενε έκεί άρκετές ήμέρες, γιατί τού άρεσε τό περιβάλλον τής Μονής καί ή άπέραντη γαλήνη καί ησυχία πού επικρατούσαν εκεί.

Όταν πήγε λοιπόν στό Μοναστήρι, εξέφρασε στον Καθηγούμενο `Ιερομόναχο ‘Ιωαννίκιο τήν εύαρέσκειά του γιά τήν εκταφή τών Λειψάνων τού Γέροντος καί τού ζήτησε νά πάνε στήν ‘Εκκλησία νά τά δεί καί νά τά προσκυνήσει. Πήγαν λοιπόν στό Καθολικό καί, όταν άνοιξε τή Λειψανοθήκη ό Καθηγούμενος ‘Ιωαννίκιος, «βγήκε άπό μέσα μιά καταπληκτική εύωδία πού γέμισε ή ‘Εκκλησία καί ή εύωδία αύτή κράτησε μιά ολόκληρη εβδομάδα».

‘0 ‘Επίσκοπος έμεινε έκστατικός, έκαμε τό σταυρό του, προσκύνησε τά ιερά Λείψανα τού Γέροντος καί είπε: « Κύριος άντιδοξάζει τόν πλάσαντα Αύτόν». «Επειτα, απευθυνόμενος στον καθηγούμενο π. ‘Ιωαννίκιο, τού είπε: «Φρόντισε νά μαζέψεις ό,τι πληροφορίες μπορείς άπό άνθρώπους πού τόν έζησαν καί τόν γνώρισαν, γιά νά προτείνομεν εις τό Οίκουμενικόν Πατριαρχείον νά συναριθμηθεί είς τήν τάξιν τών `Οσίων μαζί μέ τόν Όσιο Γέροντά του ‘Ιωσήφ τόν Γεροντογιάννη».

«Εκτοτε ο `Ιερομόναχος π. ‘Ιωαννίκιος άρχισε νά συγκεντρώνει μέ ζήλο καί μεγάλη επιμέλεια σημαντικά στοιχεία γιά τόν βίο καί τήν άσκητική πολιτεία τού `Οσίου Γέροντος Χατζη-Ανανίου. Πηγές άπό τίς οποίες άντλησε τίς πληροφορίες του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί πού είχαν σχετικές έμπειρίες οί ίδιοι άπό τό Γέροντα ή που άκουσαν άλλους παλαιότερους νά όμιλούν καί νά μαρτυρούν περί αυτού.

Πολύτιμη πηγή ήταν καί οί δικές του άναμνήσεις καί εμπειρίες άπό τήν παιδική του ήδη ηλικία, αφού οί γονείς του γνώριζαν τόν Γέροντα Χατζη-Άνανία καί ό ίδιος γνώρισε μεταξύ άλλων τόν Καθηγούμενο τής ‘Εξακουστής Ιερομόναχο `Ιερόθεο Μπαρμπεράκη, τόν `Ιερομόναχο ‘Ιωακείμ Χατζάκη, άλλα άνήψια κατά σάρκα τού Γέροντα, δεκάδες πνευματικά παιδιά του καί άλλους ευσεβείς χριστιανούς πού ευεργετήθηκαν άπό τόν Γέροντα καί είχαν δεχθεί τήν ευεργετική επίδραση τής αγάπης του, τής προσευχής του, τής φιλανθρωπίας του καί τής παρρησίας πού είχε ενώπιον τού Θεού.

«Ολα αυτά τά σημαντικά στοιχεία τά όποια μέ άκρίβεια καί άξιοπιστία κατέγραψε ό Ιερομόναχος π. ‘Ιωαννίκιος αποτελούν κυρίως και μαζί μέ άλλα πού προέρχονται άπό άλλες πηγές, τή βάση συγγραφής τού παρόντος πονήματος γιά τόν προορατικό καί ίαματικό Όσιο Γέροντα Χατζη-Άνανία.

Το Προορατικό χάρισμα – χάρισμα ιαμάτων του Χατζή-Ανανία

`0 Γέροντας Χατζη-Άνανίας ήταν Θεοφόρος, Χριστοφόρος καί Χαριτόβρυτος. `Υπήρξε χωρίς αμφιβολία «σκεύος χρυσίου όλοσφύρητον κεκοσμημένον παντί λίθω πολυτελεί». Στό λιπόσαρκο σώμά του είχε σκηνώσει ή Χάρη τού Θεού, ήταν ταμίας τού Παναγίου Πνεύματος καί είχε καί τό προορατικό χάρισμα.

Προγίγνωσκε «τά πόρρω ώς ένεστώτα» καί μέ διάκριση τά άνήγγειλε στούς ανθρώπους. «Οσο προχωρούσαν τά χρόνια τόσο τό προορατικό χάρισμά του φανερωνόταν πιό έντονα. Διάβαζε στις ψυχές τών έπισκεπτών του τά προβλήματα πού τούς απασχολούσαν καί πρίν έκείνοι τού τά φανερώσουν αυτός τούς έδινε τις ανάλογες καί πρέπουσες λύσεις.

‘Ενώπιόν του ήταν φανερή ή ανθρώπινη ψυχή σάν ανοιχτό βιβλίο, σάν πρόσωπο πού βρίσκεται μπροστά σέ κρυστάλλινο καθρέπτη. «Οσοι πήγαιναν κοντά του καί συνομιλούσαν μαζί του άντιλαμβάνονταν ότι τό «παιδικό» βλέμμα τού Γέροντος έφθανε έως τά έγκατα της καρδιάς καί τ.ης ψυχής τους, συναντούσε καί διάβαζε όλες τίς μυστικές καί κρυφές σκέψεις τους.

Αποκρυπτογραφούσε τίς μύχιες έπιθυμίες τους, άπεκάλυπτε ανεξομολόγητες αμαρτίες τους, έφερνε στό φώς καί «ξεσκέπαζε» πλεκτάνες τού διαβόλου, μάλιστα προέβλεπε άκόμη καί τί τούς επεφύλασσε τό μέλλον.

Τά λόγια του ήταν ακριβή, αληθινά, προφητικά καί δέν έπεφταν ποτέ κάτω στό χώμα, γιατί «ήν Κύριος μετ’ αύτού καί ούκ έπεσεν άπό πάντων τών λόγων αύτού έτει, τήν γήν»». Οί άνθρωποι τού Θεού, οί «καθαροί τή καρδία» αποκτούν προφητικά μάτια, γιατί ή αγία ζωή τους καθαρίζει καί διευρύνει τούς πνευματικούς όφθαλμούς τους καί μπορούν νά δουν όσα αδυνατούν νά δούν οί άλλοι.

Γι’ αύτούς τούς εύλογημένους άνθρώπους, γι’ αύτές τίς αγιασμένες καί μακάριες ψυχές είπε ό ουρανοβάμων Μέγας Βασίλειος τούς παρακάτω λόγους:

«άκράντοις καί πάσης κηλίδος κεκαθαρμέναις ψυχαίς τό προφητικόν έναυγάζει χάρισμα». Στις αγνές, στίς καθαρές καρδιές τό Άγιον Πνεύμα «τό λαλήσαν διά τών Προφητών» στήνει τή σκηνή Του. Αύτό τό λέει πολύ ωραία ό `Άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς: «Καθόσον (τις) έαυτόν έποίησε δεκτικόν τής τού Θείου Πνεύματος δυνάμεως, κατά τοσούτον βλέπει».

Αυτό τό χάρισμα τό διέθετε ό Γέροντας Χατζη-Άνανίας σέ μεγάλο βαθμό καί μάλιστα ήταν αύτό πού τον έκανε άκόμη πιό εύαίσθητο στόν ανθρώπινο πόνο. Βοήθησε έτσι πολλούς άνθρώπους είς τούς όποίους προέλεγεν ή άπεκάλυπτε συγκεκριμένα περιστατικά τής ζωής των, ώστε νά έλθουν είς συναίσθησιν τών αμαρτιών των καί νά μετανοήσουν.

‘Εγνώριζε επίσης πόσοι προσκυνηταί καί άπό ποια μέρη επρόκειτο νά έλθουν κάθε ήμέραν είς τήν Μονήν καί παρήγγειλε νά ετοιμάσουν καί δι’ αύτούς φαγητόν, ώστε ή Μονή νά μήν ύστερή είς τήν φιλοξενίαν. Είχεν άκόμη τήν δυνατότητα νά προβλέπη τά διάφορα καιρικά φαινόμενα μέ άκρίβειαν και έδινεν συμβουλάς, ώστε νά μήν παθαίνουν όποιοι ήκουον αύτόν, ζημίας άπό θεομηνίας.

0 Γέροντας Χατζη-Άνανίας είχε λάβει άπό τόν Θεό καί τό χάρισμα τών ίαμάτων. Νά γιατρεύει δηλαδή, μέ τή δύναμη τής προσευχής, ασθένειες, κακοπάθειες καί άλλες δύσκολες καταστάσεις πού αντιμετωπίζει τό ανθρώπινο σώμα. Κι αύτό το έκανε ό Γέροντας μέ διάκριση, μέ εύχαρίστηση, μέ χαρά, μέ συναίσθηση τού χρέους του απέναντι στόν Θεό καί στό συνάνθρωπο καί σύμφωνα μέ τούς λόγους του Κυρίου «δωρεάν έλάβετε, δωρεάν δότε».

ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ

«Ο εωρακώς μεμαρτύρηκε και

αληθινή αυτού εστίν η μαρτυρία»

(Ιωάν. Ι9,35)

1. Παιδί μου, μόνο αύτά τά φασούλια θά μαγερέψομε!

«Ενας χριστιανός κάτοικος Καλαμαύκας `Ιεράπετρας πήγε μιά μέρα τού Δεκαπενταύγουστου στό Μοναστήρι τής Παναγίας τής ‘Εξαχουστής ώς προσκυνητής.

Πρίν ξεκινήσει γιά τό Μοναστήρι πήγε στόν κήπο του καί γέμισε ένα καλάθι μέ φασόλια, γιά νά τά κρατά στούς μοναχούς. Στό δρόμο όμως, μέ τό περπάτημα τού ζώου, τά φασόλια «χώνεψαν» καί τό καλάθι φαινόταν μισογεμάτο.

`0 προσκυνητής ντράπηκε νά προυσιάσει τό καλάθι μισογεμάτο καί γι’ αυτό δύο περίπου χιλιόμετρα πρίν φθάσει στό Μοναστήρι, στήν τοποθεσία «Βουρκάνο», σταμάτησε σ’ έναν άπό τούς κήπους πού υπήρχαν έχεί, μπήκε μέσα καί έκοψε τόσα φασόλια, όσα ήταν άρκετά, γιά νά γεμίσει καί πάλι τό καλάθι καί ύστερα συνέχισε τό δρόμο του.

Φτάνοντας στό Μοναστήρι, χαιρέτησε τό Γέροντα Άνανία, άσπάστηκε τό χέρι του, τού έδωσε τό καλάθι μέ τά φασόλια καί τού εϊπε: ‘Επαέ κρατώ, Γέροντα, μερικά φασούλια νά τά μαγερέψετε. Ευχαρίστως, τού είπε ό Γέροντας καί άφού πήρε τό καλάθι στά χέρια του, άδειασε κάτω όλα τά φασόλια. ‘Άρχισε τότε νά τά διαλέγει καί νά τά κάνει δυό σωρούς. ‘Οταν τελείωσε τό διάλεγμα, είπε στον προσκυνητή μέ λόγια αγάπης καί συμπάθειας πού όμως δέν έπιδέχονταν καμιά αμφισβήτηση.

-Παιδί μου, μόνο αυτά τά φασούλια (έδειξε τόν ένα σωρό) θά μαγερέψομε νά φάμε καί ειναι αρκετά νά φάμε όλοι μας καί θά περισσέψουν κιόλας. Γιατί αυτά είναι από τόν κήπο σου, είναι δικός σου κόπος καί έχουν ευλογία. Τά άλλα δέν είναι δεκτά, γιατί τά μάζεψες από ξένο κήπο στό «Βουρκάνο».

Πάρε τα, σέ παρακαλώ, νά τά πας στό ζώο σου νά τά φάει καί άλλη φορά, παιδί μου, νά μήν ξανακάμεις γιά κανένα λόγο τέτοιο πράμα, γιατί ή κλεψά είναι μεγάλη αμαρτία. «Οταν θά πάνε αύτοί πού έχουν τόν κήπο καί δούνε ότι λείπουν τά φασούλια, δε θά βλαστημήξουν αύτόν πού τά μάζεψε κι αυτούς πού θά τά φάνε; Καί τού λόγου σου τό ίδιο θά ‘κανες αν ήσουν στη θέση τους.

`Ο προσκυνητής έμεινε άφωνος, παραδέχθηκε τό λάθος του, ζήτησε συγχώρηση καί ύποσχέθηχε στό Γέροντα ότι δέν θά ξανακάμει στή ζωή του παρόμοια πράξη.

Αφήγηση: Ιερομόναχος Ιερόθεος Μπαρμπεράκης.
Καθηγούμενος’Εξακουστής
Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

2. Τόν έπέπληξε αυστηρά, γιατί έμενε αδιόρθωτος!

Μιά μέρα ήρθε στό Μοναστήρι κάποιος προσκυνητής, κρατούσε τή βούργια (ταγάρι) του γεμάτη απίδια (αχλάδια) καί τά πρόσφερε στό Γέροντα Άνανία. Αύτη τή φορά ό Γέροντας τόν έπέπληξε αυστηρά καί τού εϊπε:

-Πάρε τα καί φύγε άμεσως από μπροστά μου, γιατί έμείς κλεμμένα πράματα ούτε δεχόμαστε ούτε τρώμε. Αύτος έσκυψε τό κεφάλι, είπε ένα «εύλόγησον» καί αποσύρθηκε σέ μιά γωνιά. `0 Γέροντας τού μίλησε έντονα καί μέ αυστηρότητα, γιατί είχε υποπέσει κι άλλες φορές σέ παρόμοιο αμάρτημα καί έμενε αδιόρθωτος.

Αφήγηση: `Ιερομόναχος `Ιερόθεος Μπαρμπεράκης,
Καθηγούμενος’Εξακουστής
Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

3. Διδακτικό μάθημα γιά τήν τήρηση τών Θείων ‘Εντολών.

«Ενας άλλος προσκυνητής πήγε τόν μήνα Αύγουστο νά προσκυνήσει στήν Παναγία τήν ‘Εξακουστή. Πρίν ξεκινήσει πήρε ένα καλάθι καί πήγε στό αμπέλι του νά τό γεμίσει μέ σταφύλια καί νά τό κρατά στούς μοναχούς. Δίπλα ακριβώς από τό αμπέλι του ύπήρχε ένα άλλο αμπέλι, πού ήταν ίδιοκτησία τής Μονής.

Άφού έκοψε μόνο ένα σταφύλι από τό αμπέλι του, σκέφθηκε καί είπε:

-Άφού τά σταφύλια θά τά πάω στό Μοναστήρι, γιατί νά μήν μπώ στό μοναστηριακό αμπέλι καί νά γεμίσω τό καλάθι; «Ετσι καί έκανε!!

«Οταν έφθασε στό Μοναστήρι, έδωσε τό καλάθι στό Γέροντα καί τού είπε:

-Πάρε, Γέροντα, νά φάς ένα σταφύλι νά δροσερέψεις.

-Εύχαρίστως, τού λέει ό Γέροντας καί παίρνει στα χέρια του τό καλάθι. ‘Άρχισε τότε νά αδειάζει τά σταφύλια πάνω σ’ ένα τραπέζι. Στό τέλος έπιασε καί τό σταφύλι πού είχε κόψει ό προσκυνητής από τό αμπέλι του. `0 Γέροντας τό κράτησε καί τού εϊπε:

-Κωστή, αύτό τό σταφύλι θά φάω, γιατί αύτό μόνο ειναι από τό αμπέλι σου. Τά άλλα τά ‘κοψες από τό αμπέλι τού Μοναστηριού.

`0 Κωστής επιβεβαίωσε αμέσως τά λόγια τού Γέροντα, παραδέχθηκε τό λάθος του, ζήτησε συγχώρεση από τό Γέροντα καί τού ύποσχέθηκε πώς δέν θά τό ξανακάνει. Αύτό έγινε μπροστά σέ μοναχούς καί σέ άλλους προσκυνητές, οί όποίοι έμειναν κατάπληκτοι καί πήραν καί αύτοί ένα ωραίο μάθημα γιά τήν ακριβή τήρηση τών Εντολών τού Θεού.

Αφήγηση: ‘Ιερομόναχος ‘Ιερόθεος Μπαρμπεράκης.
Καθηγούμενος’Εξακουστής
Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

4. ‘Εσύ, παιδί μου, νά κάμεις σαράντα μετάνοιες.

‘Ηταν λίγες μέρες μετά τό Πάσχα. Μιά ομάδα χριστιανών από τή Βιάννο ξεκίνησαν, γιά νά πάνε στήν ‘Εξακουστή νά προσκυνήσουν, νά κάμουν Θεία Λειτουργία καί νά κοινωνήσουν τών Άχράντων Μυστηρίων τού Κυρίου μας. Στό δρόμο καθίσανε κάτω από ένα δένδρο νά ξαποστάσουν, νά πιουν λίγο νερό καί, νά συνεχίσουν τήν πορεία τους πρός τό Μοναστήρι.

Δίπλα άκριβώς άπό τό σημειο πού κάθισαν ήταν ένα χωράφι σπαρμένο μέ κουκιά, τά όποια βρισκότανε στήν καλύτερή τους ώρα. «Ενας άπό τήν παρέα σηκώθηκε, μπήκε στό χωράφι, έκοψε μιάμιση περίπου οκά κουκιά καί όλοι μαζί, παρά τίς άντιρρήσεις πού είχαν κάποιοι γιά τήν πράξη του, τά έφαγαν έπί τόπου μέ τίς έλιές πού κρατούσαν. «Οταν έφθασαν στό Μοναστήρι, προσκύνησαν καί είπαν στό Γέροντα Άνανία ότι θέλουν νά κάμουν τό πρωί καί μιά Θεία Λειτουργία, γιά νά κοινωνήσουν. `0 Γέροντας τούς είπε:

– Θά γίνουν όλα, όπως θέλετε, θά κάμομε καί τή Θεία Λειτουργία, γιά νά μεταλάβετε, όμως έσύ, παιδί μου, πρίν χοιμηθείς νά κάμεις μπροστά στήν εικόνα τής Παναγίας σαράντα μετάνοιες, γιατί έσύ μπήκες στό ξένο χωράφι, έκοψες τά ξένα κουκιά κι έβαλες καί τούς άλλους στον πειρασμό νά φάνε.

«Ολοι οί παρευρισκόμενοι θαύμασαν γιά όσα άκουσαν, φίλησαν τό χέρι του, έκαμαν τό σταυρό τους καί έδόξασαν τόν Θεό.

Αφήγηση: `Ιερομόναχος `Ιερόθεος Μπαρμπεράκης,
Καθηγούμενος’Εξακουστής
Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης Ίωαννίκιος Ανδρουλάχης

Ο Όσιος Χατζή-Ανανίας

5. Δέ θωρείς πώς γέννησες ένα άγγελούδι!!

0 `Ιερομόναχος `Ιερόθεος Μπαρμπεράκης ήταν περίπου είκοσι έτων καί διάκονος του ‘Επισκόπου `Ιεράς καί Σητείας, όταν ή μητέρα του έμεινε έγκυος καί γέννησε ένα άγοράκι. ‘Επειδή τό νεογέννητο είχε πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας άπό τόν `Ιερόθεο, πού ήταν ήδη διάκονος, ή μητέρα του ντρεπότανε νά τόν άντικρίσει, συνεχώς έκλαιγε κι έλεγε καί ξανάλεγε:

«Πώς θά δώ τό μεγάλο μου γιό, μέ ϊντα μούρη θά άντικρύσω τόν `Ιερόθεο καί ϊντα θά μού πει καί πώς θά τό πάρει;».

`0 σύζυγός της καί άδελφός τού Γέροντα Άνανία τή λυπότανε καί γι’ αύτό πήγε στήν ‘Εξακουστή, βρήκε τό Γέροντα καί τόν παρακάλεσε νά πάει στό σπίτι νά τής πει δυό λόγια παρηγοριάς. `0 Γέροντας πήρε τό βεργαλάκι (ραβδάκι) του καί πήγε στό σπίτι τού κατά σάρκα άδελφού του.

-«Ιντα κάνεις, μπρέ κουνιάδα, νά χαρούμε καί τό νεογέννητο!!

Εύχαριστώ, κουνιάδο, μά είχα καλλιά νά μού λείπει. Σκέφτομαι πώς θά δώ τόν `Ιερόθεο καί ίντα θά μού πεί. Τότε ό Γέροντας πήρε τό μωρό στά χέρια του, τό κοίταξε, τό σταύρωσε καί εϊπε:

Θαρρώ κουνιάδα, πώς είσαι παράξενη γυναίκα. Τόν `Ιερόθεο σκέφτεσαι ίντα θά πεί καί δέ θωρείς πού γέννησες ένα αγγελούδι; Θά γενεί καί Αρχιμανδρίτης καί αντί νά πετάς από τή χαρά σου πού σέ αξίωσε ό Θεός νά γεννήσεις δυό Αρχιμανδρίτες, γιατί καί ό `Ιερόθεος Αρχιμανδρίτης θά γενεί, καί θά σέ μνημονεύουνε ζωντανή κι αποθαμένη, έσύ σκέφτεσαι ίντα θά πεί ό `Ιερόθεος!! Μή στενοχωράσαι κι έγώ θά αναλάβω τόν `Ιερόθεο.

Τό παιδάκι μεγάλωσε, αφιερώθηκε στό Θεό, έγινε μοναχός μέ το όνομα Τιμόθεος, έγινε Ιερομόναχος καί κοιμήθηκε ώς Αρχιμανδρίτης στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.

Αφήγηση: `Ιερομόναχος ‘Ιερόθεος Μπαρμπεράκης,
Καθηγούμενος Έξακουστής
Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

6. Μέ τήν Παναγία έχετε νά κάμετε!!

Στό κοπάδι τής Μονής είχανε δυό μεγάλους τράγους, λεβεντότραγους, μπροστάρηδες. Αύτοί πήγαιναν πάντα μπροστά καί όδηγούσαν τό ύπόλοιπο κοπάδι. Μιά μέρα χάθηκαν καί οί δυό μαζί. Οί βοσκοί άρχισαν νά ψάχνουν παντού, γιά νά τούς βρούν, μά λές καί είχε ανοίξει ή γή καί τούς είχε καταπιεί.

Τότε οί βοσκοί κατάλαβαν ότι μάλλον τούς είχαν κλέψει και έπρεπε νά τό πούνε στό Γέροντα. Πήγαν λοιπόν στό Μοναστήρι καί είπαν στό Γέροντα Ανανία ότι χάθηκαν οί τράγοι καί ότι πιθανότατα κάποιοι τούς είχαν κλέψει. `0 Γέροντας σταμάτησε για λίγο όρθιος, αμίλητος, έκστατικός, προσευχόμενος μέ τό βλέμμα του στραμμένο στον ούρανό.

«Υστερα γύρισε καί είπε στούς βοσκούς τής Μονής:

—Μήν ασχολείστε μέ τούς τράγους, γιατί σήμερα, αύριο, τό πολύ μεθαύριο θά γυρίσουν στη θέση τους καί μάλιστα θα ‘ρθούν μέ παρέα. Τήν έπόμενη μέρα ήρθαν πρωί πρωί στή Μονή δυό νεαροί άνδρες.

Χαιρέτησαν τό Γέροντα και τού φίλησαν το χέρι. Τού είπαν ότι είναι αδέρφια, ότι κατάγονται από τόν Πεύκο Βιάννου καί ότι τούς κατηγορούν άδικα ότι αύτοί έκλεψαν τούς τράγους τής Μονής. Αύτοί ύποστήριζαν ότι ήταν άθώοι καί όπως χαρακτηριστικά είπαν, «ούτε έργο ούτε βουλή».

-Παιδιά μου, τούς είπε ό Γέροντας, έγώ δέν έχω τράγους, οί τράγοι ειναι του Μοναστηριού τής Παναγίας. Μ’ Αύτήν έχετε νά κάνετε!! Ξέρετε ότι είναι καλή Μάνα. ‘Αγαπά καί βοηθά όλον τον χόσμον. Όμως τά άτακτα καί κακά παιδιά τά τιμωρεί, γιατί θέλει νά τά συνετίσει καί νά τά σώσει. Γι’ αύτό αύτοί πού έκλεψαν τούς τράγους ας το σκεφτούν καλά καί νά τούς έπιστρέψουν στο Μοναστήρι πρίν είναι άργά.

Οί νεαροί άνδρες ήταν αύτοί πού πράγματι είχαν κλέψει τούς τράγους. «Ομως, νομίζοντας ότι ό Γέροντας δέν τό είχε καταλάβει, έπέμεναν ότι δέν ήταν αύτοί οί δράστες τής κλοπής καί είπαν στό Γέροντα:

-Πάντως εμείς, Γέροντα, δέν τούς πήραμε ούτε ξέρομε ποιοί τούς πήραν. ‘Άν τούς πήραμε, νά βγούνε τά μάθια μας!!

-Καλά, παιδιά μου, τούς είπε ό Γέροντας. Πηγαίνετε στή δουλειά σας καί άς άφήσομε τήν ύπόθεση στήν Παναγία μας. Αύτή θά κανονίσει. Και θά ξαναγυρίσετε γρήγορα στό Μοναστήρι, γιατί έσείς θά μάθετε όπωσδήποτε ποιός πήρε τούς τράους καί θά ‘ρθείτε πρώτοι νά μού τό μαρτυρήσετε.

Τούς τράγους δέν τούς είχαν «χαλάσει», γιατί κάποιος φίλος τους τούς είχε πεί:

«Μή χαλάσετε, κακομοίρηδες, τούς τράγους, μόνο νά τούς πάτε έκειά πού τούς βρήκατε, γιατί ό Χατζη-Ανανίας ειναι `Άγιος άνθρωπος καί ίδια έδά κατέχει ποιός τούς έκλεψε».

Γι’ αύτο τό λόγο πήγαν στό Μοναστήρι, γιά νά «ψαρέψουν» τό Γέροντα, νά δούνε άν τό ήξερε. Νόμισαν λοιπόν πώς τον ξεγέλασαν καί έφυγαν ίκανοποιημένοι καί χαρούμενοι άπό τό Μοναστήρι.

Προχώρησαν καμιά πεντακοσαριά μέτρα καί πρίν περάσουν τό ρυάκι τής Παναγίας διαπίστωσαν καί οί δύο ότι ειχαν τυφλωθεί καί δέν έβλεπαν τίποτε!! ‘Ανάμεσά τους έγινε ό παρακάτω διάλογος:

-Κακομοίρη μου, έστράβωσέ μας ή Παναγία. «Ιντα θέλαμε έμείς νά τά βάλομε μέ τή Χάρη Τζη. Είδες πού ό Χατζής μάς είπε ότι θά γυρίσομε όγλήγορα νά τού πούμε ποιός έκλεψε τούς τράγους; Σίγουρα το κατέχει ότι τούς πήραμε έμείς. Κι έδά ίντα θά κάμομε;

Νά γυρίσομε όπίσω καί νά πούμε ότι έμείς είμαστε οί κλέφτες. Καί νά παρακαλέσομε τό Χατζή νά μάς βοηθήσει νά βρούμε τό φώς μας. ‘Άρχισαν τότε, ψάχνοντας τό μονοπάτι μέ τά χέρια τους, νά προσπαθούν νά έπιστρέψουν στό Μοναστήρι. `0 Γέροντας, πού γνώριζε τί έπρόκειτο νά συμβει, πήγε πρός τά έκεϊ νά τούς συναντήσει.

«Οταν τούς πλησίασε, τούς είπε: -» Ιντα πάθατε; Γιάντα γυρνάτε όπίσω;

-Γέροντα, στραβωθήκαμε!! Χάσαμε τό φώς μας. ‘Εμείς κλέψαμε τούς τράγους τού Μοναστηριού. Συχώρεσέ μας!! Βοήθησέ μας νά ξαναβρούμε τό φώς μας κι έμείς θά φέρουμε όπίσω τούς τράγους καί δυό έπί πλέον από τούς δικούς μας.

`0 Γέροντας πήρε τόν ένα μέ τό δεξί. καί τόν άλλο μέ τό αριστερό του χέρι καί τούς όδήγησε στό Μοναστήρι. Μπήκαν στό Καθολικό καί τούς έβαλε νά καθήσουν μπροστά στήν είκόνα τής Παναγίας. Τούς είπε νά προσευχηθούν, νά ζητήσουν έλεος από τήν Παναγία κι Αύτή ό,τι αποφασίσει.

Τούς άφησε έχεί κι αυτός πήγε στό μικρό έκκλησάκι τής Θείας Μεταμορφώσεως καί άρχισε νά προσεύχεται έκ βαθέων στήν Παναγία καί στόν Κύριο ‘Ιησού Χριστό. «Υστερα από άρκετή ώρα προσευχής έπέστρεψε στό Καθολικό όπου ήταν οί δυό τυφλοί αδελφοί. Τούς είπε νά σηκώσουν τά κεφάλια τους πρός τά πάνω σάν νά κοιτάζουν πρός τό μέρος του.

Τά μάτια τους «είχαν πεταχτεί, όξω σάν τού καβρού». Τότε έκείνος τούς σταύρωσε, «έφτυσε τό σάλιο του» μέσα στά μάτια τους καί, «ώ τών Θαυμασίων Σου, Παναγία μου!!!» , τά μάτια καί τών δύο πήγαν στή θέση τους καί άποκαταστάθηκε τό φώς τους!!!

Αυτοί έδόξασαν τήν Παναγία, ευχαρίστησαν τό Γέροντα, έφυγαν άπό τό Μοναστήρι καί τήν έπόμενη μέρα έφεραν πίσω τούς τράγους τής Μονής καί δυό δικούς τους τράγους, δώρο στό Μοναστήρι. Μάλιστα έγιναν έκτοτε πολύ καλοί άνθρωποι καί όσο ζούσαν δόξαζαν τό άνομα τού Θεού καί τιμούσαν τόν Γέροντα.

Αφήγηση: Ιωάννης Μπαρμπεράχης (Κουτσογιάννης)
Μάλλες `Ιεράπετρας
Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

7. `Ο Χριστός στή στράτα σου!!

`Η Καλλιόπη Ρουκουνάκη από τίς Μάλλες έρραβε στό σπίτι της ένα ρασίδι, όταν ήρθε ό Γέροντας καί τής έφερε ένα κομμάτι μπλέ ύφασμα, γιά νά τού ράψει μιά «σταυρωτή». ‘Εκείνη τήν έποχή οί παπάδες φορούσαν κρητική βράκα καί γιλέκο μέ μανίκια πού έκούμπωνε σταυρωτά, όπως τό άντερί καί τό έλεγαν «σταυρωτή».

`Η εύσεβής γυναίκα τόν καλοδέχτηκε, ασπάστηκε τό χέρι του, πήρε τά μέτρα του καί τού είπε ότι θά ράψει τή «σταυρωτή» αμέσως μόλις τελειώσει τό ρασίδι. «Ετσι καί έκανε. «Οταν έρραψε τή «σταυρωτή», τήν πήρε καί κατά τό βραδάκι τήν πήγε στόν Γέροντα στό Μοναστήρι.

«Οταν τόν χαιρέτησε, γιά νά έπιστρέψει στό χωριό, ό Γέροντας ήταν ανήσυχος καί τής είπε ότι θά ήταν καλό νά μείνει στό Μοναστήρι καί νά έπιστρέψει στό χωριό τό πρωί. Δέ μπορώ, Γέροντα, γιατί ό άντρας μου είναι στό μετόχι καί μού μήνυσε νά τού πάω καπνό, γιατί δέν έχει. Κι άμα δέν έχει καπνό ό Ρουκουνάκης, σκοτώνει άνθρωπο.

Πήγαινε στό καλό καί ό Χριστός στή στράτα σου, τής είπε καί τή σταύρωσε ό Γέροντας. Μέχρι νά φτάσει στό Ρυάκι τής Παναγίας, ό Γέροντας τής φώναξε καί τής είπε κι άλλες φορές «ό Χριστός στή στράτα σου». Αυτό έπαναλήφθηκε έως ότου ή Καλλιόπη χάθηκε πίσω άπό τά Αμπέλια τής Παναγίας.

Τήν άλλη μέρα πήγε ό Γέροντας στό χωριό γιά δουλειές καί πέρασε καί άπό τό σπίτι τής Καλλιόπης. Δέ μού λές, Καλλιώ, πώς ήρθες όψές άπό τό Μοναστήρι;

-Καλά, Γέροντα, ήρθα μέ τήν ώρα μου καί πήγα καί τόν καπνό στόν άντρα μου. Δέ σού ‘τυχε κανείς πειρασμός στόν δρόμο; «Οχι, δέν είδα παρά μόνο ένα κάπρο, προτού φτάσω στό ρυγιάκι καί ήσκαφτε μέ τή μούρη του καί τά πόδια του στήν άκρα τσή στράτας.

«Ε!! καλότυχη, δέν ήτανε κάπρος, ήτανε ό «όξω άπό ‘πά κι άλάργο». Γιά ‘κειονά σου φώναζα συνέχεια κι έπεμπα τόν Χριστό στή στράτα σου, γιά νά σε προστατέψει. «Ολα αύτά τά διηγούνταν ή Καλλιόπη Ρουκουνάκη μέ δέος καί σταυροκοπιούνταν συνεχώς.

Αφήγηση: Καλλιόπη Ρουκουνάκη, Μάλλες

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης Ίωαννίκιος Ανδρουλάκης

8. `Η κοπέλα έγινε αμέσος άλλος άνθρωπος!!

Μιά νεαρή κοπέλα άπό τίς Μάλλες, ή Άνδριανιά, κατελήφθη άπό πονηρό καί ακάθαρτο πνεύμα. `Η ζωή της ήταν μαρτυρική καί ή συμπεριφορά της επικίνδυνη γιά τήν ίδια καί γιά όσους την πλησίαζαν. Μιά μέρα δυό δυνατοί άνδρες τήν έδεσαν μέ σχοινιά καί τήν πήγαν στό Μοναστήρι στό Γέροντα Χατζη-Άνανία καί τήν έδεσαν στό μεγάλο πεύκο που είναι στήν αυλή τής Μονής.

`0 Γέροντας Χατζη-Άνανίας πήρε τό καντήλι τής Παναγίας καί πήγε νά τήν αλείψει μέ τό λάδι τής κανδήλας. Αυτή αντέδρασε βίαια, είπε άσχημα λόγια στό Γέροντα καί συγχρόνως τράνταξε τόν πεύκο μέ τέτοια δύναμη πού νόμιζες πώς θά τόν ξερίζωνε. `0 Γέροντας έπετίμησε τό ακάθαρτο πνεύμα πού τήν ταλαιπωρούσε καί ή κοπέλα έπεσε κάτω «ξερή» μέ όινοιχτό τό στόμα καί γουρλωμένα μάτια.

Τότε ό Γέροντας Άνανίας τήν πλησίασε, τή σταύρωσε, τήν άλειψε μέ λάδι καί «έ- φτυσε» μέσα στό στόμα της. Η κοπέλα συνήλθε αμέσως, σηκώθηκε όρθια καί ήταν άλλος άνθρωπος ήρεμη, γλυκειά, χαμογελαστή. Τής έλυσαν τά χέρια καί μόνη κατευθύνθηκε στό Καθολικό. Μπήκε μέσα, σταυροκοπήθηκε καί ασπάστηκε τήν είκόνα τής Παναγίας.

Ευχαρίστησε τόν Γέροντα καί Επέστρεψε στό σπίτι της απολύτως ύγιής. Παντρεύτηκε, έκανε μεγάλη οίκογένεια, πέντε παιδιά καί πολλά εγγόνια καί πέθανε σέ ηλικία 92 ετών, δοξάζοντας συνεχώς τό άνομα του Κυρίου.

Αφήγηση: Γεώργcος Ανδρουλάκης, Μάλλες

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

9. Μέσα στήν αγωνία της σκέφτηκε τόν Γέροντα.

Η Μαρία Παναγιωτάκη, σύζυγος Μιχαήλ Παπαδάχη άπό τίς Μάλλες, ήταν «κορασοπούλα» περίπου έξι ετών καί μαζί μέ τόν τετράχρονο αδελφό της Μανώλη πήγαν σέ μιά κηδεία στό Νεκροταφείο του Προφήτου ‘Ηλία Μαλλών.

ΙΚάποια στιγμή, τήν ώρα πού θυμιάτιζε ό ίερέας, «σπίθισε» ένα καρβουνάκι καί ή σπίθα μπήκε στό αριστερό μάτι του άγοριού.

Τό παιδί άρχισε αμέσως νά κλαίει δυνατά, γιατί πονούσε καί έτριβε συνέχεια τό

μάτι του. «Ετσι έπέστρεψαν στό σπίτι μαζί μέ τήν αδερφή του.`Η μητέρα τους άκουσε τά κλάματα καί τίς φωνές του παιδιού καί βγήκε αμέσως στήν αύλή καί φώναξε, κάνοντας τό σταυρό της:

-Παναγία μου!! τά παιδιά μου καί ίντανε πάθανε!!

Κοίταξε τό μάτι τού παιδιού καί είδε ότι ήταν όλογάλανο, ένδειξη ότι πιθανότατα τό μάτι «είχε χαθεί». `0 άνδρας της έλειπε στή Χώρα (Ηράκλειο), γιατί ήταν Κυρατζής-μεταπράτης, γιατρός δέν ύπήρχε στό χωριό καί ή μεταφορά τού παιδιού στήν `Ιεράπετρα, όπου ύπήρχε γιατρός, ήταν χρονοβόρα καί σχεδόν αδύνατη.

Τότε μέσα στήν αγωνία της σκέφθηκε τήν Παναγία τήν ‘Εξακουστή καί τό Γέροντα Ανανία. Πήρε λοιπόν στήν αγκαλιά της τό παιδί της καί άρχισε νά πηγαίνει πρός τό Μοναστήρι τής Παναγίας. Στήν τοποθεσία «Κουρτέσι» καί πρίν απομακρυνθούν πολύ από τό χωριό, συνάντησαν τό Γέροντα, ό όποίος έρχόταν πρός τό χωριό. Δόξα νά ‘χει τό όνομα τού Θεού, είπε ή γυναίκα καί σταυροκοπήθηκε. Σ’ έσένα έρχομαι, Γέροντα, στό Μοναστήρι!!

-«Ιντα ‘χεις, Δεσποινιά, καί κλαίς κι έσύ καί τό κοπέλι σου; Πλησίασε τό Γέροντα, φίλησε τό χέρι του, τού είπε τί ακριβώς συμβαίνει καί κατέληξε λέγοντας μέ γοερές κραυγές: Τό ‘χασέ τό μάτι του τό παιδί μου, Γέροντα!! Καί πώς θά φτάσει από τή χώρα νά τό δεί ό κακομοίρης ό κύρης του, πού τυραννάται μέρα νύχτα γιά νά ‘χομε ένα κομμάτι ψωμί νά τό φάμε!

`0 Γέροντας πλησίασε τό παιδί, άνοιξε τό πονεμένο μάτι του, τό σταύρωσε καί έβαλε μέσα λίγο από τό σάλιο του. Υστερα είπε στή μάνα του πού έξακολουθούσε νά κλαίει καί νά όδύρεται. Σήκω, Δεσποινιά, καί ξάνοιξε νά δεις πώς τό πονεμένο μάτι είναι όπως καί τό άλλο. Τό κοπέλι σου είναι μιά χαρά.

Πραγματικά, έτσι ήταν! Τό μάτι έγιανε, τό παιδί ήσύχασε καί ή μάνα του γονάτισε καί μέ δάκρυα χαράς αύτή τή φορά έδόξασε τό Θεό καί εύχαρίστησε τό Γέροντα γι’ αύτό τό μεγάλο καλό πού έκαμε στό παιδί της. Μάλιστα αύτή καί τά παιδιά της τό διηγούνταν σ’ όλη τους τή ζωή καί διακήρυσσαν ότι ό Γέροντας Ανανίας είναι `Άγιος άνθρωπος καί έχει παρρησία ένώπιον τού Θεού.

Αφήγηση: Μαρία ΙΙαναγιωτάκη,
σύζυγος Μιχαήλ ΙΙαπαδάκη, Μάλλες
Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης Ίωαννίκιος Ανδρουλάκης

10.`Ο Γέροντας μπορούσε νά βλέπει μέ τα μάτια τής ψυχής του τόσο μακριά!

`Η Αγγελική Μιχαλογιαννάκη άπό τή Μυσιργιοϋ (Κρυονέρι) Σητείας, όταν ήταν νεαρή κοπέλα, πήγε πολλές φορές στή Μονή ‘Εξακουστής καί γνώρισε άπό κοντά τό Γέροντα. Μάλιστα ό Γέροντας φιλοξενήθηκε δυό τρείς φορές στό πατρικό της σπίτι, όταν πήγε στήν περιοχή τής Σητείας νά κάνει έρανο γιά τήν ανοικοδόμηση τής Μονής ‘Εξακουστής.

Μετά τό λιτό δείπνο αποσυρόταν σ’ ένα δωματιάκι τού σπιτιού τους, γιά νά προσευχηθεί καί νά κοιμηθεί. ‘Ομως δέν κοιμότανε πάνω σέ κρεβάτι, άλλά πάνω σέ μιά «προβιά» πού κρατούσε διπλωμένη καί τήν έστρωνε καταγής.

Μιά φορά ξεκίνησε από τό Μυσιργιού ή Αγγελική μαζί μέ άλλες πέντε γυναίκες, γιά νά πάνε νά προσκυνήσουνε στήν Παναγία τήν ‘Εξακουστή καί νά πάρουνε καί τήν εύχή τού Γέροντα Χατζή-Ανανία. Μαζί τούς ήθελε νά πάει μιά ακόμη χωριανή τους τό Κυριακιώ, μά τελικά δέν μπόρεσε νά πάει, γιατί έκείνες τίς μέρες βγάζανε τά κουκιά καί τά σανά καί είχανε πολλή δουλειά.

Τό Κυριακιώ γνώριζε τό Γέροντα καί γι’ αυτό τού έστειλε μερικά απίδια καί τούς χαιρετισμούς της μέ τίς συγχωριανές της. Η διαδρομή μέχρι τήν ‘Εξακουστή ήταν μεγάλη καί στό δρόμο τα απίδια πήγαν νά χαλάσουν άπό τή ζέστη. Γι’ αύτο, όταν ή Αγγελική μέ τίς συγχωριανές της κάθισαν σ’ ένα καβούσι νά ξεκουραστούν καί νά δροσιστούν, είδε ότι τά απίδια είχαν χαλάσει καί τά πέταξε.

Συνέχισαν τό δρόμο τους, έφτασαν στό Μοναστήρι, προσκύνησαν τήν Παναγία, χαιρέτησαν τό Γέροντα, πήραν τήν ευχή του καί ή Αγγελική τού έδωσε καί τά χαιρετίσματα από τό Κυριακιώ, πού τήν προηγούμενη χρονιά είχε πάει κι αυτή μαζί τους στήν ‘Εξακουστή.

-Εύχαριστώ πολύ, είπε ό Γέροντας, νά τσή πεις κι άπό μένα χαιρετίσματα καί νά ‘χει τήν ευχή μου. Όμως Αγγελικώ, γιάντα δέ μού κρατούσες καί τά άπίδια πού σου ‘δωσε νά μού φέρεις μόνο τά πέταξες στό «Βουρκάνο»;

`Η Αγγελική καί οί συμπροσκυνήτριές της έμειναν μέ ανοιχτό στόμα!! `0 Γέροντας μπορούσε νά βλέπει μέ τά μάτια τής ψυχής του τόσο μακριά!!! Τού αφηγήθηκε λοιπόν καί ή ίδια ό,τι είχε συμβεί καί τού ζήτησε συγγνώμη.

-Δεν πειράζει, Αγγελικώ, τής είπε ό Γέροντας, έγώ σου αστειεύτηκα, δέν πειράζει.

Πολύ συγκινημένη ή Αγγελική καί μέ ανάμεικτα συναισθήματα πήγε στήν κουζίνα τής Μονής όπου ήταν άλλες προσκυνήτριες, μεταξύ τών όποίων καί δύο μοναχές, καί τούς είπε τί είχε συμβεί.

-Γιά μάς, τής είπαν, αύτό δέν είναι πρωτάκουστο. «Εχουν συμβεί παρόμοια περιστατικά κι άλλες φορές. Καί σήμερα το πρωί μάλιστα, μετά πού βγήκαμε από τήν ‘Εκκλησία, μάς είπε νά μαγερέψουμε φαγητό γιά έξι επιπλέον άτομα, γιατί ειναι στό δρόμο έξι γυναίκες άπό τή Σητεία καί όπου νά ‘ναι φτάνουν στό Μοναστήρι. ‘Ολες τότε σταυροκοπήθηκαν μέ θαυμασμό καί ψιθύρισαν «Θαυμαστός ό Θεός εν τοίς Αγίοις Αύτού».

Αφήγηση: Αγγελική Μιχαλογιαννάκη, Μυσιργιού Σητείας

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

11. ‘Ηρθα νά προσκυνήσω τόν τάφο του!!

Τό Μάίο τού 1965 έφθασαν στή Μονή ‘Εξακουστής μία γριά κυρία 87 ετών μέ τήν κόρη της, τόν γαμπρό της καί τίς δύο εγγονές της, ή μία έκ τών όποίων ήταν κόρη τού γιού της καί ή άλλη τής θυγατέρας της. ‘Ηταν από τήν ‘Ελιά Πεδιάδος `Ηρακλείου.

‘Εχει συνάντησαν τόν Καθηγούμενο `Ιερομόναχο Ιωαννίκιο, ό όποίος τούς όδήγησε στήν ‘Εκκλησία καί προσκύνησαν τήν Παναγία. «Υστερα τούς πρόσφερε ένα καφέ κι ένα γλυκό. `Η γηραιά κυρία τού είπε:

-Γέροντα, που ειναι ό τάφος του Χατζή-Ανανία; ‘Ηρθα εδώ ύστερα άπό έξήντα χρόνια νά προσκυνήσω τόν τάφο του καί νά πάρω λίγο χώμα νά τό κάμω φυλαχτό, γιατί ήταν `Άγιος άνθρωπος. ‘Εμένα έκαμε θαύμα στό σπίτι μου, στό παιδί μου καί τόν ευγνωμονώ σ’ όλη μου τή ζωή.

-‘Άν έχετε τήν καλοσύνη, μπορείτε νά μού αφηγηθείτε αύτό πού σάς συνέβη; τής είπε ό `Ιερομόναχος ‘Ιωαννίκιος.

Ευχαρίστως!! Γέννησα ένα αγοράκι μά αύτό ητανε καχεχτικό, άρρωστο, δέ ζύγιζε 300 δράμια καί έκλαιγε συνέχεια. «Οσο περνούσε ό καιρός αντί νά μεγαλώνει μίκραινε καί είχαμε απελπιστεί ό άνδρας μου κι εγώ.

Μιά μέρα μού είπε κάποια γνωστή μας νά τό πάρω καί νά τό φέρω στήν Παναγία τήν ‘Εξακουστή όπου μόναζε ένας καλόγερος, `Άγιος άνθρωπος, καί σταύρωνε τούς άρρώστους καί γίνονταν καλά. Χωρίς δεύτερη κουβένα τό πήραμε μέ τόν άντρα μου καί μιά αδελφή μου καί ρωτώντας φτάσαμε στή Χάρη τής Παναγίας. Μπήκαμε στήν ‘Εχκλησία, προσκυνήσαμε, άνάψαμε τό κερί μας καί μέ δάκρυα στά μάτια παρακαλέσαμε τήν Παναγία νά μάς βοηθήσει. Βγαίνοντας άπό τήν ‘Εκκλησία μάς πλησίασε ένας Γέροντας.

-Θέλομε νά δούμε τό Γέροντα Άνανία, τού είπε ό άντρας μου, ειναι εύκολο;

-‘Εγώ είμαι, άπάντησε έκείνος.

Σκύβομε άμεσως, τού φιλούμε τό χέρι καί τού λέω εγώ:

-Πάτερ, ήρθαμε άπό άλάργο τόπο, άπό τήν ‘Ελιά Πεδιάδος πού βρίσκεται κοντά στό `Ηράκλειο. «Εχομε αύτό τό άρρωστο παιδάκι. Μέρα νύχτα κλαίει, σάρκα δέν πιάνει, όπως είναι μέ τά ρούχα του δέ βγαίνει μιά όκά.

Είμαστε άπελπισμένοι. Μιά γυναίκα μάς είπε νά τό φέρομε στή Χάρη τής Παναγίας, νά τήν παρακαλέσομε νά μάς ελεήσει καί νά τό κάμει καλά. Προηγουμένως Τήν παρακάλεσα νά τό κάμει καλά ή νά τό πάρει καί νά τό ξεκουράσει άπό τά βάσανα τής ζωής. Σέ παρακαλώ, Γέροντα, βοήθησέ μας.

Τότε ό Γέροντας Άνανίας πήρε τό παιδί άπό τά χέρια μου καί τό έσταύρωσε σ’ όλο το σώμα του καί μού είπε:

«Πίστευε στή δύναμη τού Κυρίου καί τής Παναγίας καί τό παιδί θά γίνει καλά καί νά μού θυμηθείς Θά γίνει καί σπουδαίος άνθρωπος».

«Υστερα μού τό έδωσε καί τό παιδί αμέσως σταμάτησε νά κλαίει, χαμογέλασε καί φαινόταν πώς ήταν πολύ καλύτερα.

Μείναμε τό βράδυ εδώ στό Μοναστήρι καί τό πρωί λειτουργηθήκαμε, μεταλάβαμε όλοι, γονατίσαμε μπροστά στήν εικόνα τής Παναγίας καί Τήν εύχαριστήσαμε, πήραμε τήν εύχή τού Γέροντα καί έπιστρέφαμε στό σπίτι μας.

Τό βράδυ ήτανε μιά χαρά. Κάθε μέρα πού περνούσε έπαιρνε βάρος καί σέ κάμποσο καιρό ήταν όπως τά παιδιά τής ηλικίας του. Μεγάλωσε, πήγε στό σχολείο, πήγε στό Πανεπιστήμιο κι έγινε καλός γιατρός, σπουδαίος άνθρωπος, όπως μάς είχε πεί ό Γέροντας. Νά κι αύτή ή κοπελιά είναι ή κόρη του.

Η άφήγηση αύτής τής πιστής γυναίκας ήταν άληθινά συγκλονιστική καί όσα είπε φανερώνουν τόσο τό προορατικό χάρισμα τού Γέροντος όσο καί τό χάρισμα τής ιάσεως τών άσθενειών τού σώματος μέ τήν βοήθεια τού Χριστού καί τής Παναγίας.

Αφήγηση: Μία γυναίκα άπό τήν Έλιά Πεδιάδος Ηρακλείου

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

12. `Η μαρτυρία ενός «παιδιού» 75 έτών!!

Μιά γυναίκα άπό τό Χριστό `Ιεράπετρας πού τήν έλεγαν ‘Άννα Παπαδοπετράκη ήταν «μεσόβουβη». Στίς Μάλλες τήν έλεγαν ή ‘Αννα ή βουβή. «0,-τι έλεγε τό έλεγε σάν νήπιο πού δέ μιλεί σωστά.

Μιά φορά πού πήγε στίς Μάλλες πέρασε καί άπό τό πατρικό σπίτι τού `Ιερομονάχου ‘Ιωαννικίου Άνδρουλάκη, γιατί «φιλευότανε» μέ τή μητέρα του. Αύτή ήταν τότε 75 περίπου ετών καί ό π. ‘Ιωαννίκιος 10 έτών. Είπε λοιπόν στή μητέρα του:

—Κατέϊνη (Κατερίνη), τά Τεά (στά Τεργιά, πρόκειται γιά τοποθεσία) γεί όχιος (ζεϊ όσιος) καί μού ‘γιωκε καλό μαμά (καί μού έδωσε άντίδωρο). Μιά, γυό, τρί… ού!!! πολλά πολλά είγια Άνία (Μιά, δυό, τρείς… πολλές πολλές φορές είδα τόν Άνανία) Κιακουτή (άπό τήν ‘Εξακουστή).

«Υστερα σήκωσε τά χέρια της πρός τόν ούρανό καί έλεγε:

—Οϋ!! Ού!! Ού!!! Άνία πέκα, τεά Όχιο. (πολλές φορές είδα τόν Άνανία νά πετά σάν πέρδικα —έδειχνε σχετικά καί παραστατικά μέ τά χέρια της— καί πήγαινε στά Τεργιά μέ τόν «Οσιο).

Αφήγηση: Αννα Παπαδοπετράκη, Χριστός `Ιεράπετρας

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

13. `0 Θεος μπορεί νά μή βρέχει, άλλά τρέφει!!

«Οταν ή Συνοδεία τού `Οσίου Γέροντος ‘Ιωσήφ τού Γεροντογιάννη μεγάλωσε, τότε πήγαν στό άπέναντι άπό τή Μονή νησί στό Κουφονήσι καί έσπειραν κριθάρι, γιά νά μπορεί νά συντηρηθεί ή Αδελφότητα.

Τόν Άπρίλιο μήνα φώναξε ό Γέροντας ‘Ιωσήφ τό μοναχό Άνανία καί τού είπε:

—Άνανία, ετοιμάσου, παιδί μου, πάρε τό ράσο σου καί τό ραβδί σου νά πάς στό νησί νά δείς πώς είναι τά σπαρτά μας.

—Νά ‘ναι εύλογημένο, Γέροντα, μέ τήν εύχή σου καί μέ τήν προσευχή σου θά πάω καί θά γυρίσω καλά.

«Εβαλε λοιπόν μετάνοια στό Γέροντα ‘Ιωσήφ, φίλησε τό χέρι του, πήρε τό ράσο του καί τό ραβδί του καί ξεκίνησε γιά τό νησί. Στήν παραλία άπλωσε τό ράσο του στη θάλασσα, άνέβηκε πάνω σ’ αυτό καί χρησιμοποιώντας τό ραβδί του γιά ίστό έφθασε στό νησί μέ άσφάλεια. Τό ράσο δέ «γράθηχε» καθόλου καί τόν ίδιο δέν τόν άγγιξε ούτε μία σταγόνα θαλασσινού νερού.

Ο Όσιος Χατζη-Ανανίας χρησιμοποιώντας το ράσο του για βάρκα

διαπερνά τη θάλασσα και πλέει προς το Κουφονήσι!!

Αύτό τόν τρόπο μετάβασης στό νησί χρησιμοποιούσε ο «Οσιος Γέροντάς του ‘Ιωσήφ, καί μέ τήν ευχή του, καί τά άλλα μέλη τής Συνοδείας του. Καθώς ο μοναχός Ανανίας περιφερόταν στό νησί, γιά νά δεί τά σπαρτά, είπε «έν τή διανοία του»: «’Αν έκανε έδά ένα νερό, σίγουρα θά θερίσομε καί, θά βγάλομε καλό καρπό. Αλλιώς… ».

Μετά πήρε τό δρομο τής έπιστροφής. Φτάνοντας στήν παραλία άπλωσε καί πάλι τό ράσο του μέ τό συνηθισμένο τρόπο, γιά νά περάσει άπέναντι. Όμως τό ράσο τή φορά αυτή «βουλούσε» όσες προσπάθειες και άν έκανε.

Γονάτισε τότε στήν άκρογιαλιά, σήκωσε τά χέρια καί τά μάτια του πρός τόν ουρανό καί χύνοντας ποταμούς δακρύων προσευχήθηκε στόν Θεό καί Τόν παρακάλεσε νά τόν βοηθήσει νά έπιστρέψει στό Μοναστήρι. Άλλά καί στή Μονή ο Γέροντας ‘Ιωσήφ, έχοντας τό προορατικό χάρισμα καί, γνωρίζοντας τί συνέβαινε, παρακαλούσε κι αυτός τόν Χριστό, τήν Παναγία καί τόν Τίμιο Πρόδρομο νά βοηθήσουν τόν υποτακτικό του νά έπιστρέψει στό Μοναστήρι χωρίς προβλήματα.

Καί τό θαύμα έγινε!! ‘Επιστρέφοντας άσφαλώς στή Μονή ο μοναχός Ανανίας, έβαλε μετάνοια στό Γέροντά του καί, άσπάστηχε τό χέρι του. Πώς ήταν τό ταξίδι σου, παιδί μου, στό νησί; τόν ρώτησε ο Γέροντας. Μέ τήν ευχή σου, Γέροντα, τό ταξίδι μου ήταν καλό. Δέν σού έτυχε κάποιος πειρασμός;

-Ναί, `Άγιε Γέροντά μου, στήν έπιστροφή «βουλούσε» το ράσο μου καί δέν μπορούσα νά έπιστρέψω στό Μοναστήρι. Όμως μέ τήν προσευχή σου μέ βοήθησε ο Θεός καί ήρθα καλά χωρίς προβλήματα.

-Γιατί όμως τό έπαθες αύτό, τόν ρώτησε πάλι ο Γέροντας. Μήπως σκέφθηκες ή έκανες κάτι άντίθετο στό θέλημα του Θεού;

-Γέροντά μου, δέ σκέφθηκα κάτι άντίθετο μέ τό θέλημα του Θεού. Μόνο, όταν είδα τά σπαρτά μας μαραμένα καί ταλαιπωρημένα από τήν παρατεταμένη άνομβρία, είπα μέ τό νού μου «άν θέλει ο Θεός νά κάμει έδά ένα νερό, θα θερίσομε». Αύτό μόνο σκέφτηκα καί ίσως αύτό είναι ή αίτία πού βουλούσα στή θάλασσα.

Καί οί άλλοι υποτακτικοί τού Γέροντα πού ηταν παρόντες είπαν:

‘Άν περάσει άχόμη μιά εβδομάδα, τό πολύ δέκα μέρες καί δέ βρέξει, είναι βέβαιο ότι δέν θά θερίσομε καί θά κινδυνέψομε άπό τήν πείνα.

`0 Γέροντας ‘Ιωσήφ τούς είπε τότε μέ αυστηρότητα:

-Μήν είστε άπιστοι καί άχάριστοι!! `0 Θεός δέ βρέχει άλλά τρέφει. Είναι καλός Πατέρας, μάς άγαπά όλους τούς άνθρώπους καί δέν μάς έγκαταλείπει. Πηγαίνετε νά άνάψετε τό φούρνο καί νά τον άφήσετε νά πυρώσει τόσο όσο χρειάζεται νά φουρνίσομε ψωμιά.

Οί ύποτακτικοί άναψαν τό φούρνο, τόν πύρωσαν, τόν πάνισαν καί φώναξαν τό Γέροντα ‘Ιωσήφ. Αυτός ήρθε κρατώντας ένα δοχείο γεμάτο μέ κριθάρι, πού τό σκόρπισε μέσα στόν πυρωμένο φούρνο. «Υστερα έκλεισαν τόν φούρνο, «έχρισαν» μέ πηλό τήν είσοδό του, γιά νά μή χάνεται θερμότητα καί πήγε ο καθένας στό διακόνημά του.

Μετά άπό μία Εβδομάδα ο «Οσιος Γέροντας ‘Ιωσήφ φώναξε τό μοναχό Ανανία καί τούς άλλους ύποτακτικούς του καί πήγαν στό φούρνο. `0 Γέροντας τούς είπε:

-Ανοίξετε τόν φούρνο νά δούμε τί άπέγινε τό κριθάρι!!

Ανοίγοντας τόν φούρνο, βρέθηκαν όλοι μπροστά σ’ ένα θαυμαστό γεγονός. Τό κριθάρι είχε «ανοίξει» καί βλαστήσει, είχε γίνει κανονικό φυτό, είχε καρπίσει καί άπό τόν πόρο τού φούρνου «πετάχτηκαν» έξω στάχυα κριθαριού καταπράσινα καί δροσερά. «Ολοι τότε έμειναν έκστατικοί καί άναφώνησαν: «Μέγας εϊ Κύριε καί θαυμαστά τά έργα Σου» καί άσπάστηκαν μέ σεβασμό, θαυμασμό καί κατάνυξη τό χέρι τού ‘Οσίου Γέροντός τους ‘Ιωσήφ.

Το θαύμα με το κριθάρι που βλάστησε μέσα στον φούρνο!!

Καί ο Γέροντας τούς είπε:

-Βλέπετε, παιδιά μου, τή δύναμη καί τή φιλευσπλαγχνία τού Θεού. Μπορεί νά μή βρέχει, άλλά θρέφει. Βλέπετε τί θαύματα μπορει νά κατορθώσει ή πίστη μας. Μήν άφήνετε λοιπόν τήν πίστη σας νά κλονίζεται. Νά έχετε πάντοτε τήν ελπίδα σας στόν Θεό, πού ποτέ δέν εγκαταλείπει τό δημιούργημά Του, τόν άνθρωπο.

Αφήγηση: Μοναχή Εύσεβία Παναγιωτάκη

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

14. Τά ζωντανά τού Θεού πρέπει νά τά άγαπούμε.

«Οταν ή Μαρία Πιτυκάκη άπό τήν Καλαμαύκα ήταν 5-6 χρονών, είχε πάει μέ τή γιαγιά της κατά τήν περίοδο τού Δεκαπενταυγούστου στή Μονή ‘Εξακουστής, όπου ή γιαγιά της συνήθιζε νά «δεκαπεντίζει», όπως έκαναν καί άλλοι χριστιανοί τής περιοχής.

Πολλές φορές ο Γέροντας Ανανίας τήν έπαιρνε κοντά του καί τής έλεγε νά άγαπά τόν Χριστό καί τήν Παναγία, τής άφηγούνταν θαύματα πού έκανε ο Χριστός καί τής έδειχνε πώς νά κάνει «μέ τό καλό χεράκι» τό σταυρό της.

Μιά μέρα κάθονταν πάλι στόν περίβολο τής Μονής, τής μιλούσε για τήν Παναγία κι εκείνη τήν ώρα ήρθε ένας μικρός σπουργίτης καί κάθισε λίγο πιό πέρα στό κλαδί ένός θάμνου. `0 Γέροντας λέει στή Μαρία:

-Μαργιό, θωρεϊς κειονέ τό πουλάκι πού κάθεται στό κλαδί; ‘Αμε νά τό πιάσεις όμορφα όμορφα νά μού τό φέρεις!!

-Νά πάω, θείε, μά αυτό θά φύγει.

-«Οχι, δέ θά φύγει. Γιά άκουσέ με, ίντα θά τού πώ!! «Ε, πουλάκι τού Θεού, μη φύγεις, γιατί θά ρθει τό Μαργιό νά σέ πιάσει.

‘Η Μαρία προχώρησε πρός τό μέρος πού ήταν ό σπουργίτης, τόν πλησίασε, άπλωσε τό χέρι της, τόν έπιασε καί τόν πήγε στό Γέροντα.

-Εϊδες τί καλό πού είναι, Μαργιό, τό πουλάκι; Τά ζωντανά τού Θεού πρέπει νά τά αγαπούμε καί νά τά προσέχομε, γιατί άν δέν αγαπούμε τά ζώα δέν αγαπούμε ούτε τούς ανθρώπους κι άν δέν αγαπούμε τούς ανθρώπους, δέν αγαπούμε ούτε τό Θεό πού έπλασε τόν κόσμο.

Χάίδεψαν άπαλά καί τρυφερά τό σπουργιτάχι καί μετά από λίγο είπε ό Γέροντας:

-Νά τό αφήσομε δά, Μαργιό, νά πάει στή μάνα του πού τό περιμένει καί αύριο θά ξανάρθει καί θά τό ξαναπιάσομε. ‘0 μικρός σπουργίτης φτερούγισε μακριά. Φτερούγισε όμως από χαρά, θαυμασμό καί έκπληξη καί ή καρδιά τής μικρής Μαρίας πού έτρεξε χαρούμενη καί αφηγήθηκε τό περιστατικό στή γιαγιά της.

Αυτό τό περιστατικό καί άλλα παρόμοια δέν πρέπει νά μάς ξενίζουν, γιατί οί άνθρωποι τού Θεού, οί `Άγιοι, πού κατάφεραν, μέ αίματηρό πνευματικό αγώνα νά επιστρέψουν στό «άρχαϊον κάλλος», έχουν αποκαταστήσει πλήρως τίς σχέσεις τους μέ τά ζώα, ακόμη καί τά άγρια, έχουν ξαναγίνει πραγματικοί φίλοι, όπως ήταν στόν Παράδεισο, πρίν από τήν πτώση τού ανθρώπου.

«`Η οίκειότης καί ό δεσμός μεταξύ τών Άγίων καί τών κτισμάτων, ακόμη καί τών άγρίων ζώων, πτηνών καί ερπετών», γράφει ό μακαριστός Αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Κουράμπελας, «έρχεται νά υπογραμμίσει μιά μεγάλη αλήθεια. »Οτι μέσα στήν ψυχή τους κατοικεί ό Κτίστης. Καί όταν ύπάρχουν δεσμοί αγάπης μέ τόν Κτίστη, θά ύπάρχουν καί μέ τά χτίσματα».

Αφήγηση: Μαρία Πιτυκάκη. Καλαμαύκα

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

15. ‘Αν δεν άγαπάμε τά ζώα, δέν αγαπάμε

ούτε τούς ανθρώπους ούτε τό Θεό!!

Κάποτε πέρασε άπό τό Μοναστήρι τής ‘ΕξαΚουστής νας κυνηγός καί ό Γέροντας τόν πήγε στό κελλαρικό, γιά νά τού δώσει κάτι νά φάει. Τόν άκολούθησε καί ό σκύλος του άλλά ό κυνηγός τόν απώθησε βίαια καί δέν τόν άφησε νά μπεί στό κελλαρικό.

`0 Γέροντας τόν αποπήρε καί τού είπε:

-‘Άν δέν άγαπάμε τά ζώα, δέν άγαπάμε ούτε τούς ανθρώπους κι άν δέν άγαπάμε τούς ανθρώπους, δέν αγαπάμε ούτε τόν Οεό.

Αφήγηση: Αρχιμανδρίτης ‘Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης

Καταγραφή: Αντώνιος Έ. Στιβακτάκης

25. Πού άκούστηχε μάνα νά μη θέλει τό παιδί της!!!

Στήν `Ιερά Μονή Παναγίας ‘Εξακουστής ερχόνταν πολλοί άνθρωποι άπό τή Σητεία, τό Μεραμπέλο, τήν `Ιεράπετρα, τή Βιάννο, τό `Ηράκλειο καί άλλού, γιά νά πάρουν τήν ευχή τού Γέροντα, νά τού πούν τά προβλήματα πού τους απασχολούσαν, τόν πόνο πού είχαν στήν καρδιά τους καί νά τού ζητήσουν νά μεσιτεύσει στήν Παναγία γιά τή λύση αυτών τών προβλημάτων.

`0 Γέροντας τούς δεχόταν όλους μέ αγάπη, μέ στοργή, άκουε αυτά πού είχαν νά τού πούν, τούς έδινε συμβουλές καί πολλές φορές τούς θεράπευε κιόλας στό όνομα τού Κυρίου ‘Ιησού Χριστού καί τής Παναγίας Μητέρας Του.

Αυτό όμως κίνησε τό φθόνο μερικών καί τόν συκοφάντησαν στόν διερχόμενο άπό τή Μονή ‘Εξακουστής διά περιοδείαν ‘Επίσκοπον `Ιεράς καί Σητείας ‘Αμβρόσιο Σφακιανάκη ότι έκανε δήθεν μέ μαγική δύναμη θαύματα καί ότι σκανδάλιζε τούς συνασκητές του καί τούς πιστούς.

0 ‘Επίσκοπος πείστηκε από τούς κατηγόρους τού Γέροντα καί τόν έκάλεσε στό `Ηγουμενεϊο όπου τόν έπέπληξε αυστηρά λέγοντάς του νά σταματήσει αμέσως νά κάνει όσα πράττει καί κυρίως τή θεραπεία ασθενών, γιατί σέ διαφορετική περίπτωση θά τόν τιμωρούσε αύστηρά. `0 Γέροντας έσκυψε τό κεφάλι μέ ταπείνωση, έβαλε έδαφιαία μετάνοια στόν ‘Επίσκοπο καί τού είπε:

-`Άγιε Δέσποτα, δέν είμαι ούτε μάγος ούτε αγύρτης είμαι απλώς ένας αμαρτωλός καί ανάξιος μοναχός πού θρηνώ γιά τίς αμαρτίες μου καί παρακαλώ τόν Θεό νά μέ έλεήσει.

‘Ο ‘Επίσκοπος όμως του έπανέλαβε μέ αύστηρότατο ύφος νά σταματήσει «νά παριστάνει τό θαυματουργό», γιατί σέ διαφορετική περίπτωση θά τόν έδιωχνε άπό τό Μοναστήρι. «Υστερα ανέβηκε πάνω στήν έτοιμόγενη φοράδα του καί έπέστρεψε στήν έδρα τής ‘Επισκοπής του, στόν Αγιασμένο `Ιεράπετρας.

Μετά άπό μερικές ήμέρες ή φοράδα γέννησε ένα άλογάκι. «Ομως αμέσως κατελήφθη άπό «μανία», δέν άφηνε τό άλογάχι νά τήν πλησιάσει γιά νά θηλάσει καί έδειχνε έπιθετική καί άγρια διάθεση εϊς βάρος του καί σέ όποιον άλλο προσπαθούσε νά τήν πλησιάσει.

`Ο ‘Επίσκοπος πληροφορήθηκε τό γεγονός άπό τόν αγωγιάτη του καί άφού τό διαπίστωσε καί ο ίδιος, έκανε έναν αγιασμό, ράντισε τή φοράδα καί τό μικρό της καί παρακάλεσε τόν Θεό νά βοηθήσει τήν κατάσταση. `Η φοράδα όμως δέν άλλαξε συμπεριφορά καί τό άλογάκι κινδύνευε νά πεθάνει άπό τήν πείνα, άπό τήν αδιαφορία καί τήν έπιθετική συμπεριφορά τής μητέρας του.

Βλέποντας αύτά ο ‘Επίσκοπος, θυμήθηκε τόν Χατζη-Ανανία καί έστειλε τό διάκο του π. `Ιερόθεο στήν ‘Εξακουστή μέ τήν έντολή νά βρεί τό Χατζη-Ανανία καί νά του πεί νά τόν ακολουθήσει στόν Αγιασμένο όπου τόν ήθελε ο Δεσπότης.

Το πρωί στήν ‘Εξακουστή ό Χατζη-Ανανίας μετά τήν Ακολουθία έτοιμάστηκε γιά ταξίδι. Φόρεσε τό ρασάκι του, έδεσε τό σκούφο του μέ τό μαντίλι τής κεφαλής, όπως συνήθιζε νά κάνει, όταν έβγαινε άπό τό Μοναστήρι καί κάθισε στήν αύλή κάνοντας κομποσχοίνι καί περιμένοντας τό Διάκο του Δεσπότη!!! Γνώριζε ήδη ότι ο Δεσπότης θά τόν καλούσε στό ‘Επισκοπείο, τόν λόγο πού τόν ήθελε καί ότι ο Διάκος του ήταν καθ’ οδόν πρός τήν ‘Εξακουστή!!!

Πραγματικά, σέ λίγο έφτασε στή Μονή ο Διάκος, είπε στό Γέροντα τήν έντολή τού Δεσπότη, χωρίς νά τού πεί τό λόγο πού τόν ήθελε καί τόν πήρε μαζί του, γιά νά πάνε στόν Αγιασμένο. Αύτοί πού τόν είχαν κατηγορήσει χάρηκαν, γιατί νόμισαν ότι ο ‘Επίσκοπος θά τόν τιμωρούσε καί δέν θά τόν άφηνε νά έπιστρέψει στή Μονή.

Καθώς πήγαιναν πρός τήν `Ιεράπετρα ο Γέροντας διηγήθηκε στό Διάκονο τά συμβάντα καί τό λόγο πού τόν κάλεσε στον Αγιασμένο ό Δεσπότης κι ό Διάκονος έμεινε μέ άνοιχτό τό στόμα!!

«Οταν έφθασαν στό ‘Επισχοπείο, ό ‘Επίσκοπος Αμβρόσιος είπε στό Γέροντα τά καθέκαστα καί τού ζήτησε τή γνώμη του. «Υστερα πήγαν μαζί στό μέρος πού είχαν την αγριεμένη φοράδα καί τό δύστυχο άλογάκι της. Μόλις ή φοράδα άντίκρισε τό Γέροντα, «τινάχτηκε», μάζεψε τά πόδια της «σέ όσο τόπο χωρεί ένα πιάτο», έτρεμε σύγκορμη καί κοίταξε τό Γέροντα φοβισμένη.

`0 Γέροντας Χατζη-Ανανίας την πλησίασε, τή σταύρωσε καί στη συνέχεια τής είπε:

Πού άκούστηχε μάνα, νά μή θέλει τό παιδί της!!! και δέ θές κι έσύ τό δικό σου; Ντροπή σου, ντροπή σου!!

‘Αμέσως ή φοράδα ηρέμησε, άνοιξε τά πόδια της, κούνησε την ούρά της, πλησίασε ή ίδια τό άλογάκι της καί τό άφησε νά θηλάσει. `0 ‘Επίσκοπος έμεινε μέ άνοιχτό τό στόμα βλέποντας αύτό τό θαυμαστό γεγονός. Αύθόρμητα έπιασε τό χέρι τού Γέροντα, τό φίλησε καί τού ζήτησε συγγνώμη καί συγχώρηση γιά όσα είχαν γίνει τίς προηγούμενες ήμέρες.

Μάλιστα τού είπε νά συνεχίσει νά βοηθά τούς ανθρώπους, όπως έκανε μέχρι τότε, καί έδωσε έντολή στόν `Ηγούμενο νά μήν τόν ένοχλεί κανείς, αλλά νά τόν αφήσουν απερίσπαστο στό έργο του.

`0 τότε Διάκονος τού ‘Επισκόπου Αμβροσίου `Ιερόθεος Πετράκης, μετέπειτα `Ηγούμενος τής Μονής Φανερωμένης καί κατά τά έτη 1949-1952 `Ηγούμενος τής Μονής Τοπλού, άφηγήθηκε ό ίδιος τό παραπάνω περιστατικό στόν Αρχιμανδρίτη ‘Ιωαννίκιο Ανδρουλάκη. Μάλιστα τού είπε ‘ότι, όταν ό ‘Επίσκοπος φίλησε τό χέρι τού Γέροντα Ανανία, όσοι ήταν έκεί παραξενεύτηκαν γι’ αύτή τήν πράξη τού Δεσπότη καί τή σχολίασαν. Θεώρησαν μάλιστα ότι μ’ αύτόν τόν τρόπο ό ‘Επίσκοπος «έταπείνωσε τόν έαυτόν του καί τό αρχιερατικό του αξίωμα».

`0 Αμβρόσιος τό αντιλήφθηκε καί τό βράδυ μετά τό δείπνο τούς είπε:

– Αντιλήφθηκα ότι μέ σχολιάζετε καί θέλω νά μάθω τό λόγο. ‘Ενας Ιερομόναχος όνόματι Εύμένιος τού είπε, έκπροσωπώντας καί τούς άλλους:

– Θεοφιλέστατε, ή χειρονομία σας νά φιλήσετε τό χέρι τού Μοναχού Ανανία μάς έκαμε έντύπωση, έχοντας μάλιστα ύπ’ όψιν μας ότι «τό έλασσον ύπό τού κρείττονος ευλογείται».

`0 Δεσπότης τού απάντησε:

-Καί στήν προκειμένη περίπτωση, παιδιά μου, αύτό έγινε. Δέ φίλησα τό χέρι του Μοναχού Άνανία ώς ύφισταμένου μου, ώς κατωτέρου. Άλλά προσκύνησα τήν Άγιότητά του, πού δέν έχω έγώ ό ‘Επίσκοπος. Αγιότητα πού είναι άνωτέρα άπό έμέ τόν ‘Επίσκοπο. «Ετσι λοιπόν καί σ’ αυτήν τήν περίπτωση «τό έλασσον υπό τού χρείττονος ευλογήθη».

Αφήγηση: α) Ϊωάννης Μπαρμπεράκης, Μάλλες `Ιεράπετρας.

β) Ιερομόναχος `Ιερόθεος Πετράκης •

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης.

26. Τό πρόβατο έκανε ύπακοή στό Γέροντα.

Στήν άγροτική περιφέρεια τής Καλαμαύκας σέ μέρος κακοτράχαλο, δύσβατο καί δυσπρόσιτο υπάρχει ένα σπήλαιο πού οί ντόπιοι τό όνομάζουν «Άγιόσπηλιο». Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία πολλών κατοίκων τής περιοχής ή όνομασία αυτή σχετίζεται μέ τό Γέροντα Χατζη-Άνανία καί μέ τή συχνή παρουσία του σ’ αυτήν τήν περιοχή.

       

Η είσοδος του «Αγιόσπηλιου» και το εσωτερικό του στο βουνό του Τιμίου Σταυρού Καλαμαύκας

Πραγματικά, ό Γέροντας Άνανίας πήγαινε συχνά σ’ αυτό τό σπήλαιο, όπου έμενε άρχετές ήμέρες ασκούμενος στήν τέλεια μόνωση, στήν άπόλυτη νηστεία καί στήν άδιάλειπτη προσευχή.

`Η Μαρία Πιτυκάκη άπό τήν Καλαμαύκα διέσωσε τήν πληροφορία ότι ό Γέροντας μετέβαινε άπό τήν ‘Εξακουστή στό σπήλαιο όχι πεζός ή καθήμενος πάνω σέ κάποιο ϋποζύγιο άλλά ίπτάμενος-πετώντας. Στό πέρασμά του σκορπούσε παντού ευωδία ώς κατάλευκο ευωδιαστό κρίνο. Καί τό ίδιο τό σπήλαιο πού άσκούνταν εύωδίαζε καί γι’ αυτό τό όνόμασαν Άγιόσπηλιο.

‘Εκει, στόν Άγιόσπηλιο, πήγε κάποτε ή Αίκατερίνη Μπιλανάκη καί άνέφερε στό Γέροντα Άνανία ότι ένα πρόβατο ξέφευγε τακτικά άπό τό κοπάδι, κατέβαινε στόν κήπο της καί έτρωγε τά λαχανικά της.

-Πήγαινε στήν ευχή τού Θεού, τής είπε ό Γέροντας, καί μήν άνησυχείς. Θά τό μαλώσω καί δέν θά σέ ξαναπειράξει. Τήν άλλη μέρα ένα πρόβατο πήγε στόν Άγιόσπηλιο καί σταμάτησε στήν είσοδό του. Κοίταξε τόν Γέροντα σάν κάτι νά ήθελε νά τού πεί. – – – ‘Εσύ είσαι τό πρόβατο, πού πειράζεις τόν κήπο τής Μπιλανοκατερίνας; τού είπε ό Γέροντας.

Ο Όσιος Χατζη-Ανανίας συνομιλεί με το πρόβατο

Τό πρόβατο έκανε πρός τά κάτω τό κεφάλι του, «απαντώντας» καταφατικά στήν έρώτηση τού Γέροντα. Νά μήν ξαναπάς, γιατί ειναι άδικο καί θά σέ τιμωρήσει ό Θεός, του είπε τότε ό Γέροντας. Τό πρόβατο τόν πλησίασε μέ χαμηλωμένο τό κεφάλι, τού «έγλύψε» τό χέρι σάν νά τό φιλούσε καί έφυγε. » Εκτοτε δέν ξαναπήγε στόν κήπο μέ τά λαχανικά.

Αφήγηση: Μαρία Πιτυκάκη. Καλαμαύκα

Καταγραφή: Αρχιμανδρίτης Ίωαννίκιος Ανδρουλάκης