Ο Γέροντας Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης και το Ξωκλήσι του Τιμίου Προδρόμου με το Αγίασμα

Το 1977 ο Γέροντας Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης αναχώρησε από το χωριό του τις Μάλλες και εγκαταστάθηκε στο λεηλατημένο και ερειπωμένο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου Άρβης, όπου και το ανακαίνισε εκ βάθρων. Ο Μητροπολίτης Πέτρας Δημήτριος Μπουρλάκης, χάρηκε πολύ με την παρουσία του Γέροντα εκεί και αναζήτησε αμέσως που υπήρχε ελεύθερη θέση σε Ενορία για να τον τοποθετήσει ως Εφημέριο. Δυστυχώς δεν υπήρχε κάποια θέση κοντά και τον τοποθέτησε στο Οροπέδιο Λασιθίου. Έτσι ο ακούραστος Γέροντας με χαρά υπηρέτησε την Ενορία για ένα πολύ σύντομο διάστημα που συνέπεσε με την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Άγιο Πάσχα.
Μόλις έμμεινε ελεύθερη η θέση στην Ενορία Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Λουτρακίου Βιάννου, ο Μητροπολίτης τον μετέθεσε αμέσως εκεί για να βρίσκεται πιο κοντά στο Μοναστήρι του. Ο Γέροντας ξεκίνησε αμέσως το ανακαινιστικό έργο, μιας και οι ναοί της Ενορίας ήταν όλοι σε τραγική κατάσταση. Αναστήλωσε τον Ενοριακό Ναό και διαμόρφωσε την γκρεμισμένη αποθήκη που βρισκόταν στην δυτική πλευρά του ναού σε κελί, για να διανυκτερεύει κυρίως τα σαββατοκύριακα που λειτουργούσε εκεί.
Στο κοιμητήριο ξεπάτωσε τα δέντρα που οι ρίζες τους είχαν εισχωρήσει στα μνήματα με αποτέλεσμα να τα καταστρέφουν και να βεβηλώνουν τις σωρούς των νεκρών και φύτεψε άλλα κατάλληλα, όπως και πολλά λουλούδια. Αποκατάστησε όλες τις ζημίες, ανακαίνισε τον κοιμητηριακό Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, με το αποτέλεσμα να βρίσκει όλους του κάτοικους πολύ ευχαριστημένους.
Στην μαγευτική θέση Πελεκήδες, βρισκόταν το εγκαταλειμμένο ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έχει για σήμαντρο, όπως και ο κοιμητηριακός ναός, τμήμα από οβίδα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Ο Γέροντας αγάπησε ιδιαίτερα αυτό το μέρος εξ αρχής. Αναστήλωσε τον μικρό ναό που χαμηλά στον βόρειο τοίχο του αναβλύζει αστείρευτο ακόμα και σήμερα Αγίασμα, το οποίο ρέει μέσα στο Ιερό, διασχίζει την Αγία Τράπεζα, καταλήγει έξω από τον νότιο τοίχο και συνεχίζει για να αρδεύσει δέντρα και κήπους της περιοχής.
Ο Γέροντας προβληματίστηκε με το πώς θα καλύψει αυτό το αυλάκι, που κάποιες φορές ξεχείλιζε και πλημμύριζε όλο το εκκλησάκι. Έτσι αποφάσισε να το σκεπάσει με ειδικές σχάρες και την γούρνα με τα πελέκια την κάλυψε με ένα μικρό πορτάκι, που όποιος προσκυνητής βρεθεί εκεί το ανοίγει για να πιει από το πάντα παγωμένο αγίασμα. Κατασκεύασε κελιά στην βόρεια μεριά του ναού, τουαλέτα, διαμόρφωσε τον εξωτερικό χώρο, έβαλε σιδερένια πόρτα στον περίβολο και την έβαψε μπλε, όπως συνήθιζε να βάφει όλες τις εξώπορτες των εκκλησιών που αναστήλωνε.
Τα περίπου είκοσι χιλιόμετρα που απείχε το Λουτράκι από το Μοναστήρι της Άρβης, ούτε κούραζαν, ούτε προβλημάτιζαν τον Γέροντα, που δεν ήθελε να αφήνει τους ενορίτες του χωρίς Λειτουργίες και Θεία Κοινωνία. Πολλοί τον θυμούνται, πάντα με τα πόδια, να ανεβαίνει το βουνό και στον ώμο του να κουβαλάει το δισάκι του, με τα απαραίτητα για την Λειτουργία και κανένα καύκαλο (παξιμάδι) για να ξεγελά την πείνα-νηστεία του.
Η θέση που βρίσκεται το ξωκλήσι του Τιμίου Προδρόμου δεν είναι τυχαία, έχει μεγάλη πνευματική δύναμη και ουράνιες παρουσίες. Στον ταπεινό Γέροντα, τον εραστή της αδιάλειπτης προσευχής, άρεσε πολύ να απομονώνεται εκεί, να προσεύχεται και να τελεί πολύωρες αγρυπνίες. Όπως κάποιοι χωριανοί ομολογούν, ο Γέροντας μετέβαινε τις περισσότερες φορές με θεία παρέμβαση, χωρίς να χρειαστεί να περπατήσει, είχε ακούσει αγγελικές μελωδίες, ουράνιες ψαλμωδίες και τουλάχιστον δύο φορές παραβρέθηκε σε Λειτουργίες με άγιες παρουσίες της Άνω Ιερουσαλήμ. Μία φορά είδε τον ίδιο τον Τίμιο Πρόδρομο, ακριβώς όπως είναι στην εικόνα Του, ο Γέροντας τον αγαπούσε πολύ από μικρός, ακολουθούσε τον λόγο Του και δεν είναι τυχαίο που αυτοχαρακτηριζόταν προδρομικός.
Δόξα το Θεό, που παραχωρεί στους ακούραστους εργάτες της Πίστεως μας, εκείνους που αφοσιώνουν ολόκληρη τη ζωή τους στην δοξολογία Του, να προγεύονται τα ουράνια μυστήρια και του παραδείσου τα χαρίσματα.




















